Αρχική Blog Σελίδα 8

Ο Ηρακλής και η Λερναία Ύδρα

Στην σημερινή εποχή οι δυνάμεις ενός μύθου, μπορούν να μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε καλύτερα την πραγματικότητα. Από την πολύ παλιά εποχή, διηγούμαστε μύθους εμείς οι Έλληνες, προκειμένου να ανεβούμε λίγο πιο ψηλά και από εκεί να δούμε ξανά όσα μας απασχολούν και μας προβληματίζουν.

Σήμερα, έχουμε πολλά και είμαστε μορφωμένοι. Όμως, ένας καλός μύθος πάντα μπορεί να βοηθήσει. Για αυτό και εγώ σήμερα θα σας διηγηθώ μια ιστορία, την ιστορία του Ηρακλή που νίκησε την Λερναία Ύδρα.

«Υπάρχει στην Λέρνα μια χθόνια μάγισσα τρομερή που κάθεται πάνω στην πηγή της θεϊκής Αμυμώνης και φυλάει καλά τα δικά της λημέρια. Ποτίζει τους ανθρώπους κρυφά με τα δικά της φαρμάκια, τα περνάει στο νερό ή στο φαγητό που τους προσφέρει, τους χαμογελάει γλυκά τους αποκοιμίζει.

Οι άνθρωποι πίνουν τα φαρμάκια και χάνεται ο νους τους μέσα σε παντοδύναμες παραισθήσεις που η μάγισσα φυτεύει.

Γεννιέται μέσα στην ψυχή τους ο τρόμος, που την ψυχή την λιώνει και την συσκοτίζει και έτσι μέσα στον τρόμο κάνουν τα χειρότερα λάθη. Τρέχουν και πέφτουν σε ένα φαράγγι, αφαιρούν μόνοι την ζωή τους και βγάζουν άναρθρες κραυγές πιστεύοντας ότι τα ουράνια τέρατα τους καταδιώκουν.

Δυστυχής όποιος πέσει στα φαρμάκια της Λερναίας Ύδρας, της κακιάς μάγισσας του έλους.

Όλη μέρα κάθεται εκεί κοιτάζοντας γύρω με τα μνησίκακα μικρά της μάτια και ενώ οι άνθρωποι νομίζουν πως είναι μια αθώα γριούλα, η μάγισσα επικαλείται τους χθόνιους θεούς για να φέρει το κακό και την αρρώστια στους γύρω τόπους.

Τις νύχτες τρυπώνει στα όνειρα των ανθρώπων και τους υποβάλει ότι τρομερά βάσανα ελλοχεύουν στην ζωή τους και ότι θα τους καταπιούν ζωντανούς της ζωής τα εμπόδια. Κάνει τους ανθρώπους να βλέπουν τρομερούς εφιάλτες και αυτοί είτε τρελαίνονται, είτε δεν μπορούν να κοιμηθούν τις νύχτες και εξαντλούνται από την αυπνία.

Μέσα στην εξάντλησή τους την μεγάλη, βλέπουν στον ύπνο τους ή την ημέρα, τέρατα τεράστια που απειλούν να τους καταβροχθίσουν, οι περισσότεροι έχουν ήδη παραφρονήσει και ασυνάρτητα είναι τα δικά τους λόγια.

Σκέφθηκε ο Ευρυσθέας, αν στείλω τον Ηρακλή στην γριά μάγισσα την Λερναία Ύδρα, που τρελαίνει τους ανθρώπους, τους κάνει να βλέπουν τέρατα ανθρωποφάγα, τους θολώνει στο μυαλό και πολλές φορές τους κάνει να αφαιρούν μόνοι την ζωή τους, θα τα καταφέρει να βγει ο Ηρακλής από εκεί μέσα, ή θα πλανιέται για πάντα στους τόπους της λήθης με χαμένο το μυαλό του;».

Όταν τα σκέφθηκε όλα αυτά, κινήθηκε με ικανοποίηση η μαύρη ψυχή του και είπε:

«Εξάδερφέ μου Ηρακλή πόσο χαίρομαι που σε βλέπω ζωντανό. Η φήμη σου προηγείται και έμαθα πως σκότωσες το τρομερό λιοντάρι που ταλαιπωρούσε τον λαό μας τόσα χρόνια.

Όμως τα δεινά για τον δύστυχο λαό μας δεν έχουν τελειωμό. Υπάρχει στην Λέρνα, εκεί κοντά στην Νεμέα, η Ύδρα που ταλαιπωρεί τον λαό μας εδώ και πολλά χρόνια.

Είσαι ο κατάλληλος ήρωας για να βρεις και να σκοτώσεις την Λερναία Ύδρα, απαλλάσσοντας τον λαό μας από τα τρομερά της μάγια».

Άκουσε αυτά τα λόγια ο Ηρακλής και πάγωσε η ψυχή του. Πώς θα καταφέρει να αντιμετωπίσει την ολέθρια μάγισσα, την Λερναία Ύδρα και να βγει αλώβητος από την δική της έχθρα;;

Είχε ακούσει τρομερές ιστορίες για ανθρώπους που είχαν χάσει το μυαλό τους, που εγκλωβίστηκαν σε τόπους σκοτεινούς, στις βαθιές σπηλιές του μυαλού τους, εκεί που ο ορίζοντας είναι χαμηλός και πηχτή είναι η μέρα, δεν την ξεχωρίζεις από το σκοτάδι.

Οι βασανισμένες ψυχές ακουγόντουσαν τις νύχτες να κλαίνε και να σπαράζουν, οι ευαίσθητοι μπορούσαν να τους ακούσουν. Σώστε μας έλεγαν, σώστε μας από τα μαρτύριά μας, ας μην μας νικήσει το σπήλαιο, ας φύγει για πάντα η ψυχή μας να πάει στα Ηλύσια, ή στην Γη να επιστρέψει, όμως αυτό το μαρτύριο να τελειώσει.

Ο Ηρακλής γνώριζε πως δεν ήταν έτοιμος για αυτόν τον άθλο. Όταν αποδέχθηκε πως χρειάζεται βοήθεια, σκέφθηκε αμέσως ότι υπήρχαν οι Δελφοί και στους Δελφούς υπήρχε η Πυθία και μπορούσε να πάει εκεί να ετοιμαστεί για να δώσει τη τελική μάχη.

Χαμογέλασε τότε ο Ηρακλής ανακουφισμένος και είπε στον Ευρυσθέα: «Έχεις δίκιο, ο λαός μας υποφέρει εδώ και χρόνια, πρέπει να τον λυτρώσουμε από την Λερναία Ύδρα».

Είπε αυτά ο Ηρακλής και έφυγε σκεπτικός από το παλάτι του Ευρυσθέα. Είμαι άραγε εγώ ικανός να νικήσω μια μάγισσα σκοτεινή;;

Είμαι σε θέση να νικήσω τις σκοτεινές της δυνάμεις;;

Είμαι ικανός να νικήσω ένα τέρας που το αντιμετώπισαν και νικήθηκαν τόσοι άλλοι πριν από μένα.;;.

Ταξίδεψε πάλι ο Ηρακλής, στην αρχή περπάτησε πολύ και είχε χρόνο για να σκεφθεί. Μετά ταξίδεψε με το πλοίο και είχε χρόνο να συμβουλευτεί τα αστέρια. Όταν έφτασε πια στους Δελφούς και την Πυθία, ήταν έτοιμος να ακούσει τις συμβουλές των θεών τους.

«Είναι μια χθόνια Ηρακλή, του είπε η Πυθία. Η ψυχή σου δεν φοβάται αυτή την Σκοτεινή που την γέννησε το Έρεβος και ο Τυφώνας.

Υπάρχουν οι σκοτεινοί θεοί Ηρακλή. Χρόνια ολόκληρα οι δικοί μας θεοί του φωτός κυνηγάνε μέχρι το τέλος της αβύσσου αυτά τα μολυσματικά τέρατα που καταστρέφουν το μυαλό των ανθρώπων.

Με τους θεούς μας συντάσσεσαι όταν πηγαίνεις να κυνηγήσεις την Λερναία Ύδρα. Είσαι παιδί του Διός και αδελφός του Ήλιου και στερνοπαίδι της Αλήθειας.

Ήρθε η ώρα η αλήθεια να λάμψει και η αλήθεια είναι πως το δικό σου μυαλό, οι χθόνιοι δεν μπορούν να το μολύνουν.

Οι χθόνιοι είναι αντίπαλοι που κινούνται στο σκοτάδι και εμφανίζονται ξαφνικά μπροστά μας όταν είμαστε τυχεροί και η λάμψη των θεών μας μπορεί να τους τρομάξει.

Τότε τους βλέπουμε καθαρά, βλέπουμε το μιαρό τους στόμα που εκτοξεύει τις ύβρεις, την μία μετά την άλλη, βλέπουμε την λάμψη των σκοτεινών ματιών τους που εκτοξεύουν μίσος κατά των ανθρώπων και αντιλαμβανόμαστε, σε μια στιγμή δικής μας ενόρασης, το απύθμενο βάθος της δικής τους κακίας.

Τότε, μπορούμε να τους φονεύσουμε αλλά όχι πριν.

Όταν αντικρύζεις μια χθόνια μάγισσα Ηρακλή, δύσκολα θα την αναγνωρίσεις. Πρόσεξε, να μην μείνεις κοντά της, να μην φας από το φαγητό της, να μην πιείς από το νερό της, γιατί τότε θα χάσουμε εσένα που είσαι αδερφός θεών και μελλοντικός ήρωας για τον λαό μας και θα μείνει κάτι, που θα θυμίζει τον Ηρακλή αλλά δεν θα είναι, θα είναι μόνο ό,τι απέμεινε από το λαμπρό μέλλον που σου ανήκει και την δόξα που σου ταιριάζει.

Εσύ είσαι δικό μας παιδί, παιδί του Διός και του Ήλιου, αδελφός πολλών θεών και λυτρωτής του λαού μας από μεγάλα βάσανα που οι θεοί του έχουν βάλει

Κοίταξε να θυμάσαι πάντα την καταγωγή σου και τους θεούς που σε έχουν βοηθήσει, όταν η σκέψη σου είναι κοντά στους θεούς, τα τρομερά δηλητήρια της μάγισσας δεν θα μολύνουν το μυαλό σου.».

Άρεσαν στον Ηρακλή αυτά τα λόγια, ήξερε πως είναι αλήθεια, όμως παρέμενε το γεγονός πως δεν ήξερε τον τρόπο για να νικήσει την μάγισσα με τις σκοτεινές δυνάμεις.

Φοβόταν μήπως κυριεύσει το μυαλό του, πριν προλάβει να την αντικρύσει στην πραγματική της εικόνα, όταν ακόμα νομίζει ότι είναι ακίνδυνη για το μυαλό και την συνείδησή του.

Οι σκοτεινές μάγισσες φυτεύουν στο υποσυνείδητο των ανθρώπων πολλούς φόβους και αγωνίες, τρόμο βαρύ και παραλυτικό, βρίσκουν όλες τις αδυναμίες του ανθρώπου και εκεί εγκαθιστούν τον τρόμο, τον φόβο και την ενοχή, τα τρία τέρατα που όσο και αν αγωνιστεί ο άνθρωπος, μόνος του δεν μπορεί να τα νικήσει.

Όλα αυτά συμβαίνουν όταν ο άνθρωπος δεν είναι ικανός να αντικρύσει την πραγματική εικόνα της χθόνιας μάγισσας. και τότε να υψώσει μέσα του τείχη ισχυρά για την αντιμετωπίσει.

Σκέφθηκε ο Ηρακλής τι να κάνει. Να την σκοτώσει την μάγισσα με το όπλο;; Φοβόταν ότι ακόμα και τότε ετοιμοθάνατη θα κατάφερνε να επηρεάσει τον νου με τις σκοτεινές της δυνάμεις.

Να την αναγκάσει να φανερωθεί και να την συλλάβει ;; Μα τότε ως αιχμάλωτη δική του θα φύτευε τον φόβο μέχρι τα μύχια της καρδιάς της.

Ο Ηρακλής όπως και όλοι οι Έλληνες φοβόντουσαν τον Φόβο όσο τίποτα άλλο.

Ο Φόβος έλεγαν είναι μια πέτρα βαθειά που σε τραβάει στον βυθό μιας άπατης λίμνης, είναι ένα βέλος που σου καρφώνεται στην καρδιά και σε ρίχνει στην Γη από εκεί ψηλά που σαν αετός πετάς και βλέπεις όλη την γη κάτω και όλη η Γη είναι δική σου.

Ο Φόβος, είναι μια ψυχή βαθειά που σε προσκαλεί να την γνωρίσεις και μόλις φτάσεις εκεί κοντά μια μαύρη τρύπα ανακαλύπτεις, ένα βαθύ πηγάδι, μια δίνη που σε ρουφάει και σε στέλνει να βρεις τις ανείπωτες αγωνίες και τον φόβο του δικού σου θανάτου.

Ο Φόβος έλεγαν είναι αυτό που σου παραλύει τα πόδια στην μάχη, θέλεις να τρέξεις αλλά δεν μπορείς και τότε έρχονται οι εχθροί και κάποιος από αυτούς θα σου πάρει το κεφάλι.

Ο Φόβος είναι αυτός που σε στέλνει κατευθείαν στον Άδη, γιατί άνθρωπος φοβισμένος σε αυτή την Γη δεν μπορεί να πατήσει και τον θάνατο να νικήσει.

Φοβόντουσαν πολύ οι Έλληνες τον Φόβο και ο Ηρακλής ακόμα παραπάνω γιατί δεν ήθελε ούτε να νοιώσει, ούτε να υπάρξει ο ίδιος μέσα στον φόβο.

Καθώς λοιπόν σκεπτόταν πώς να νικήσει την μάγισσα, αίφνης μια λαμπρή ιδέα φώτισε το μυαλό του. Και αν την κάψω;;

Όσο το σκεφτόταν ο Ηρακλής τόσο του άρεσε η ιδέα, γιατί τον φόβο πράγματι δεν μπορείς να τον νικήσεις, μπορείς μόνο να τον κάψεις μέσα στην ορμητική δύναμη του ηρωισμού σου.

Όλα αυτά σαν σε όραμα τα είδε ο Ηρακλής και όταν συνήλθε από τον οραματισμό του, είδε την Πυθία να τον κοιτάζει με τα φωτεινά της μάτια.

Τότε κατάλαβε ο Ηρακλής αυτό που του είχαν πει και άλλοι, πως όταν μιλάς με την Πυθία και εκείνη δέχεται να σου μιλήσει, ξαφνικά ανοίγει ο νους σου και βλέπεις με μια εκπληκτική καθαρότητα όλα όσα έχεις να κάνεις και οι θεοί ζητούν από εσένα.

Ενάργεια το λέμε εμείς αυτό στην Ελλάδα και είναι εκείνη η εκπληκτική στιγμή που ανοίγει μια χαραγματιά στο βαρύ μέτωπο της καταιγίδας και φαίνεται ο ουρανός από εκεί, να διαχέεται το φως όπως και πρώτα.

Έστειλε ο Ηρακλής στον Δία τις μεγάλες ευχαριστίες όχι μόνο γιατί τον βοηθούσε σε όλη την ζωή του, αλλά γιατί του έδινε την ευκαιρία να δει τον κόσμο μέσα από τα μάτια της Πυθίας, που όλα τα γνώριζε και όλα τα κοιτούσε.

Έφυγε χαρούμενος ο Ηρακλής και λίγο πριν φύγει, του είπε η Πυθία, «όταν κάψεις τα πάντα εκεί, μην γυρίσεις να δεις πίσω την γη που είναι καμένη, μόνο πήγαινε και βρες την μάγισσα και θάψε την βαθειά στην Γη, κανείς πια να μην την περιμένει».

Το άκουσε ο Ηρακλής και έφυγε για να πραγματοποιήσει το σχέδιό του.

Ήξερε από παλιά ότι η μάγισσα φώλιαζε κοντά στην πηγή της Αμυμώνης, αυτής της ωραίας πηγής με τα καθαρά νερά που ύδρευαν τον οικισμό της Λέρνας.

Ήταν τόσο πολύτιμη η πηγή ώστε μια παράδοση ωραία έλεγε ότι ο Ποσειδώνας τόσο αγάπησε την Αμυμώνη, την θυγατέρα του Δαναού και κόρη της Ευρώπης, ώστε κτύπησε με την τρίαινα τον βράχο και τότε καθαρό νερό ανάβλυσε και ήπιαν όλοι οι διψασμένοι.

Καθώς πλησίαζε την πηγή ο Ηρακλής είχε τον νου του, περίμενε να δει το άγριο πλάσμα, μια μάγισσα των αρχαίων μύθων, με κεφάλι ανθρώπου, φιδίσια μαλλιά, το σώμα της γεμάτο φολίδες και η ουρά της σαν δράκοντα να σέρνεται στο χώμα.

Ήταν τότε η εποχή που οι ωραίοι μύθοι των προϊστορικών Ελλήνων, έφτιαχναν ωραίες εικόνες στο μυαλό των παιδιών τους, το κακό για να το φοβάσαι πρέπει να το ντύνεις με φρικτές εικόνες και το καλό για να το προσεταιρίζεσαι πρέπει πάντα να το ντύνεις με όμορφες εικόνες.

Καθώς πλησίαζε την πηγή, είδε ο Ηρακλής να κάθεται στην σκιά από ένα πλατάνι, μια γριούλα με άσπρα μαλλιά, άσπρο δέρμα και καλοσυνάτο πρόσωπο.

Καθόλου δεν έμοιαζε με τέρας, αντίθετα του θύμιζε κάτι αόριστα, ίσως κάποια από τις παραμάνες των παιδικών του χρόνων, ίσως μία από τις πολλές θεραπαινίδες που υπήρχαν στα δώματα της μητέρας του και είχαν στην φροντίδα τους τον Ηρακλή που ήταν βρέφος.

Παρασυρμένος από τις παιδικές του αναμνήσεις πλησίασε ο Ηρακλής και κάθισε εκεί πέρα, έβγαλε από τον σάκο του μερικά αμύγδαλα και τα πρόσφερε στην γριούλα, εκείνη τα δέχθηκε και πήρε με το τάσι της λίγο νερό από την πηγή για να του δώσει.

Τότε άστραψε στο μυαλό του Ηρακλή η εικόνα της Πυθίας να του λέει, «μην πάρεις τίποτα από την μάγισσα, μην φας από το φαγητό της, μην πιείς από το νερό της» και ήρθε η ενάργεια στο μυαλό του.

Αίφνης γνώριζε και ήταν σίγουρος ότι η αγαθή γριούλα ήταν η χθόνια μάγισσα της Λέρνης και αρνήθηκε το νερό της, πέταξε το τάσι.

Η αγαθή γριούλα, η χθόνια μάγισσα, καθόλου δεν πτοήθηκε, μόνο του είπε: «Φαίνεται πως πεινάς, τόσον καιρό που περπατάς για να φτάσεις εδώ πέρα. Θέλεις να σου δώσω λίγο από το φαγητό μου; Είναι ένα ωραίο ελάφι που ένας καλός κυνηγός μου το έδωσε για δώρο».

Ήξερε η χθόνια πως ο Ηρακλής πάντα πεινούσε, ήταν θεόρατη η όρεξή του και όπως ήταν και αυτός θεόρατος σαν μεγάλο θηρίο, ένα καλό γεύμα πάντα τον συγκινούσε.

Πήγε να παρασυρθεί ο Ηρακλής, εξάλλου φαινόταν τόσο άκακη και αθώα η γριούλα μήπως έκανε λάθος την πρώτη φορά και παρεξήγησε τις δικές της προθέσεις;;

Τότε άστραψε μπροστά στα μάτια του η εικόνα της Πυθίας να λέει εμφατικά και με έντονη ανησυχία: «Ηρακλή μην πάρεις τίποτα από την μάγισσα, μην φας το φαγητό της, μην πιείς το νερό της». Συνήλθε ο Ηρακλής και έδιωξε από μέσα του την πείνα.

Η γριά που ήταν η Λερναία Ύδρα τον παρακολουθούσε με την σκοτεινά της μάτια και όταν ο Ηρακλής αρνήθηκε να πάρει το φαγητό της, δεν πτοήθηκε και είπε:

«Νομίζω πως είσαι ο Ηρακλής ο γιος του Δία και της Αλκμήνης, ο ήρωας που φόνευσε τον λέοντα της Νεμέας. Συμβαίνει να έχω από καιρό, μια εικόνα της Αλκμήνης, μου την έφερε ένας προσκυνητής που χρειαζόταν τα γιατροσόφια μου. Μήπως θέλεις να δεις την μάνα σου;»

Ο Ηρακλής θόλωσε για μια στιγμή, πράγματι ήθελε να δει την αγαπημένη του μητέρα, που δεν ήξερε αν ζούσε και αν θα την έβλεπε ξανά στην ζωή του, εξόριστος καθώς ήταν για τον υποτιθέμενο φόνο της Μεγάρας και των παιδιών της.

Πήγε να πάρει με αγωνία την εικόνα για να δει την μάνα του, την Αλκμήνη. Τότε σηκώθηκε αέρας μεγάλος, σείστηκε ο πλάτανος και μέσα από τον άνεμο άκουσε ο Ηρακλής την φωνή του Διός να λέει: «Ηρακλή είσαι το παιδί μου, σε κανέναν άλλον δεν λογοδοτείς, παρά μόνο σε εμένα, όταν εσύ χρειάζεσαι να δεις την Αλκμήνη, εγώ θα στείλω την Αλκμήνη σε εσένα και δεν χρειάζεται να ανησυχείς για κανένα λόγο».

Ηρέμησε και πάλι ο Ηρακλής, θυμός όμως δεν τον είχε κυριεύσει και έπρεπε να θυμώσει πολύ για να δει την μάγισσα στην πραγματική μορφή της και να μπορέσει να την εξοντώσει.

Η μάγισσα κοίταξε τον Ηρακλή και είπε: «Ηρακλή, κοίταξέ με καλά, τι βλέπεις; Δεν σου θυμίζω την γυναίκα σου τη Μεγάρα; Μήπως αν δεν την σκότωνες αυτήν και τα παιδιά της, να έφτανε στα χρόνια μου, καλοστεκούμενη σαν εμένα και να καθόσασταν όλοι μαζί εδώ πέρα;; Τι σε έπιασε Ηρακλή και σκότωσες την Μεγάρα; Τι κρύβεις μέσα σου και ποια δολοφονικά ένστικτα κυβερνούν το μυαλό σου; Πώς θολώνει η κρίση σου και επιτίθεσαι στους άλλους σαν άγριο θηρίο; Μήπως εσύ είσαι το άγριο θηρίο και όχι οι άλλοι που κυνηγάς να σκοτώσεις;»

Θόλωσε ο Ηρακλής και τρομερές τύψεις τον κατέκλυσαν. Πόνεσε η ψυχή του στην ανάμνηση του τρομερού φόνου που δεν θυμόταν, αλλά του έλεγαν οι άλλοι ότι είχε κάνει.

Ήταν σκοτεινά πια στην πηγή και πήγαν να τον πάρουν τα κλάματα, να νοιώσει πολύ ένοχος και αν θα συνέβαινε αυτό θα έλιωνε η ψυχή του και θα τον εγκατέλειπε το θάρρος.

Τότε ήρθε η Αθηνά και στάθηκε κοντά του με την μορφή του Ιόλαου του αγαπημένου του ανιψιού. Της άρεσε πάντα της θεάς να παίρνει τις μορφές άλλων και να την νοιώθουν οι άνθρωποι κοντά τους πιο οικεία, να τους μιλάει στην γλώσσα τους και να τους συμβουλεύει.

«Ηρακλή, κανείς δεν ξέρει αν σκότωσες πραγματικά την Μεγάρα. Πολλοί το ισχυρίζονται, εσύ όμως δεν το θυμάσαι. Και αν είναι η βούληση των θεών να υποστείς εσύ αυτή την τιμωρία, τους άθλους, ποιος είσαι εσύ να αμφισβητήσεις την βούλησή τους και να σταματήσεις πριν ολοκληρώσεις τους άθλους;

Όλα γίνονται για να ανέβουμε ψηλά, να εγκαταλείψουμε τα ποταπά μας όνειρα, τις χαμηλές μας σκέψεις και να φτάσουμε εκεί που η σκέψη των θεών κατεβαίνει να μας συναντήσει και να κάνουμε μαζί τα ωραία μας έργα».

Ηρέμησε ο Ηρακλής με αυτά τα λόγια, τον Ιόλαο τον ήξερε από καιρό και τον εμπιστευόταν, ήταν άνθρωπος και νόμιζε ότι τον καταλαβαίνει.

Τότε η Αθηνά αποφάσισε να μείνει κοντά του με την μορφή του Ιόλαου, να τον βοηθήσει να αντιμετωπίσει τον άθλο και να σκοτώσει την βρώμικη γριά μάγισσα, την Λερναία Ύδρα.

Απομακρύνθηκε ο Ηρακλής από τον πλάτανο συλλογισμένος, χωρίς να γυρίσει πίσω του να κοιτάξει.  Πώς θα μπορούσε να σκοτώσει μια γριούλα; Όσο και αν ήταν χθόνια, είχε δυσκολίες ο ήρωάς μας γιατί ακόμα δεν την είχε δει στην πραγματική μορφή της. Ακόμα πάλευε με τον εαυτό του, με τις τύψεις και τις ενοχές του, με όλα αυτά που έβαζε στο μυαλό του η μάγισσα για να τον καταβάλει.

Εκείνος ήταν ήρωας φημισμένος, είχε νικήσει σε πολέμους τους άγριους αντιπάλους, είχε παρασύρει στον θάνατο το περίφημο λιοντάρι, δεν ταιριάζει στους ήρωες να φονεύουν τις γριούλες.

Τότε σηκώθηκε και έφυγε από εκεί, πήγε κάπου ψηλά για να συλλογιστεί. Πάντα ήθελε να βρίσκεται κάπου ψηλά για να συλλογίζεται, έβλεπε τον κόσμο από μακριά και του φαινόταν πιο ωραίος, χωρίς τέρατα τρομακτικά και δυσώδεις μάγισσες που κλέβουν το μυαλό των ανθρώπων.

Σκέφθηκε εκεί ώρα πολλή. Ήρθε κοντά του και ο αετός του Δία και φάνηκε να πετάει στα ψηλά, κάνοντας κύκλους.

Τότε αποφάσισε ο Ηρακλής, ότι πρέπει να απομονώσει την μάγισσα να μην αφήνει να μιλάει με τους ανθρώπους αυτούς, γιατί τρέφεται από εκείνους, τους δίνει μια εφιαλτική εικόνα της ζωής τους και σε αντάλλαγμα παίρνει όλο το φως που κρύβουν μέσα τους για να ζουν καλά και να θριαμβεύουν.

Αυτή η πρώτη φάση του δικού του σχεδίου. Ήταν ένα σχέδιο σε τρεις φάσεις.

Η πρώτη φάση έλεγε πως πρέπει να απομονώσει την μάγισσα, να μην την αφήνει να έρχεται σε επαφή με τους ανθρώπους και να αντλεί από αυτούς δυνάμεις.

Η δεύτερη φάση έλεγε πως αυτός ο ίδιος έπρεπε να επιτεθεί στην μάγισσα και να την εξοντώσει.

Η τρίτη φάση έλεγε ότι πρέπει να απολυμάνει τον τόπο από την δική της παρουσία, να τρέξουν πάλι τα θεϊκά ύδατα της Αμυμώνης και οι άνθρωποι να έρθουν να κάνουν δουλειές εκεί, να ευημερήσουν.

Για την πρώτη φάση σκέφθηκε να ζητήσει την βοήθεια του Ιόλαου, που ήταν γιος του Ιφικλή του δίδυμου αδερφού του.

Ήταν καλό παιδί ο Ιόλαος, με καλές πνευματικές δυνάμεις, αναγνώριζε τον Δία ως προστάτη του και τιμές απένειμε στην Ήρα, τα είχε λοιπόν καλά με το δίδυμο που κυβερνούσε τους ουρανούς, τον Δία και την γυναίκα του την Ήρα.

Στο σχέδιο του Ηρακλή ο Ιόλαος ανέλαβε να ενημερώσει τους κατοίκους της Λέρνας, να τους πει πως όταν βρίσκουν μια δήθεν καλοσυνάτη γριούλα κοντά στην πηγή της Αμυμώνης, να μην πίνουν από το νερό της, να μην δέχονται την τροφή που τους δίνει, να μην συνομιλούν μαζί τους, αλλά να φεύγουν τρέχοντας, χωρίς να γυρίσουν πίσω τους να κοιτάξουν.

Είχε υπομονή ο Ιόλαος. Αντίθετα με τον Ηρακλή που ήταν γρήγορος στην σκέψη και λιτός στα λόγια, ο Ιόλαος είχε την υπομονή να εξηγεί ξανά και ξανά στους κατοίκους της Λέρνας, ότι δεν πρέπει να πίνουν από το νερό της μάγισσας, ούτε να τρώνε από το φαγητό της, γιατί τα έχει δηλητηριάσει, με τα μαγικά της βοτάνια τους κάνει να έχουν παραισθήσεις και όλοι οι τρομακτικοί φόβοι τους να βγαίνουν στην επιφάνεια.

Όλα τα τέρατα που σας καταδιώκουν μέρα νύχτα, βρίσκονται στην φαντασία σας, τους είπε και αν στην φαντασία σας έχει πρόσβαση η χθόνια, τότε από τους εφιάλτες δεν θα απαλλαγείτε.

Όσον καιρό ο Ιόλαος εξηγούσε με υπομονή στους Λερναίους ότι πρέπει να αποφεύγουν την μάγισσα, να μην συνομιλούν μαζί της, να μην δέχονται τα δώρα της και να μην ακούνε την φωνή της, ο Ηρακλής ασχολείτο να φτιάξει έναν αδιαπέραστο φράκτη γύρω από την καλύβα της χθόνιας ώστε να μπορεί πάντα να την παρακολουθεί και να μην μπορεί να διαφύγει για να πάει κοντά στους απλοϊκούς Λερναίους και να τους δηλητηριάσει.

Ήταν πια αλώβητος από την δική της μαγεία. Ήταν κοντά του η Αθηνά, κάπου μακριά πετούσε ο αετός του Δία και όταν έπεφτε την νύχτα να κοιμηθεί, ερχόταν να τον συντροφεύσει η Πυθία και να τον βοηθήσει να σταθεροποιήσει την Δύναμή του.

Η μάγισσα έμεινε για αρκετό καιρό μέσα στην δική της καλύβα, έτρωγε από το φαγητό της, έπινε από το νερό της και δεν έβρισκε κάποιον Λερναίο να τον δηλητηριάσει. Με τον καιρό έσβησαν και οι αναμνήσεις που είχε και δεν μπορούσε να στείλει τις σκέψεις της, τοξικά δηλητήρια να μολύνουν την σκέψη των ανθρώπων και να την γεμίσουν με φρικτές παραισθήσεις.

Όλον αυτόν τον καιρό ο Ηρακλής την παρακολουθούσε προσεκτικά. Είδε να φεύγουν όλα τα στρώματα της ανθρώπινης όψης που σαν μάσκα είχε συσσωρεύσει για να μην φαίνεται η κακία και η αθλιότητα στο πρόσωπό της.

Είδε τα μάτια της να συννεφιάζουν και το άσχημο στόμα της να εκτοξεύει τις ύβρεις και τις κατάρες, προς εκείνον, τους θεούς και όλους τους ανθρώπους που τον βοηθούσαν.

Οι θεοί είχαν καταληφθεί από μεγάλη θυμηδία, εκείνους ο χθόνιος δεν μπορεί να τους τρομάξει, ούτε ανησυχούν για τα εγκόσμια γιατί πάντοτε ξέρουν για την έκβαση των πραγμάτων.

Ο Ηρακλής όμως ήθελε να πάρει μέχρι τέλους το μάθημά του. Την είχε λυπηθεί, τον είχε συγκινήσει, τον είχε κάνει να στραφεί ενάντια στον εαυτό του. Ήθελε να δει αυτό το τέρας να πεθαίνει.

Πράγματι συρρικνώθηκε η χθόνια, στράγγιξε από μέσα της η ζωή. Όταν και ο τελευταίος κάτοικος έσβησε από τη μνήμη της Λερναίας Ύδρας, έπεσε αυτή στο στρώμα της και δεν ξανασηκώθηκε από εκεί, στέρεψε η τροφή της και γιατρεύτηκε η ψυχή των ανθρώπων που δεν είδαν ξανά εφιάλτες.

Μετά από λίγες μέρες απεβίωσε η Ύδρα και η ψυχή της έφυγε και πήγε εκεί που πηγαίνουν οι ψυχές των σκοτεινών ανθρώπων, στο Έρεβος που τις γεννά και το Χάος που τις τρέφει.

Οι άνθρωποι επέστρεψαν στις συνηθισμένες τους ασχολίες και με τον καιρό ξέχασαν την μάγισσα και έμειναν στην μνήμη τους οι εφιάλτες που είχε προκαλέσει με το μίσος της σκοτεινής ψυχής της και τα θανατηφόρα βοτάνια.

Έτσι έμειναν οι άνθρωποι να θυμούνται τα τέρατα και όχι αυτήν που τα προκαλούσε, τον μύθο και όχι την πραγματική ιστορία που έλεγε ότι κάποτε στα νερά της Αμυμώνης μια τρομερή μάγισσα κατοικούσε, που φύτευε φρικτές εικόνες στο μυαλό των ανθρώπων και σκότιζε τον νου τους με τις παραισθήσεις που δημιουργούσε.

Όταν πέθανε η μάγισσα ο Ηρακλής δεν πλησίασε καθόλου. Μόνο ειδοποίησε τον Ιόλαο να έρθει και με την βοήθειά του, άναψε μια μεγάλη πυρά που έκαιγε για μέρες μέχρι που έμειναν μόνο κάρβουνα και στάχτη από την παλιά καλύβα της Λερναίας Ύδρας.

Τότε κατέβηκαν οι θεοί στην Γη, ήρθε ο Δίας με τον αετό του, η Ήρα με τον πάνθηρα, η Άρτεμις με τα ελάφια, ο Απόλλωνας με την λύρα. Ήρθε και ο αρχαίος θεός ο Ποσειδώνας που χάρηκε όταν είδε την Αμυμώνη, την πηγή του να έχει ελευθερωθεί από το τέρας  και να δροσίζει πάλι τους ανθρώπους.

Τότε είδε ο Ηρακλής στον ύπνο του την πραγματική εικόνα της Ύδρας όπως την βλέπουν αυτοί που έχουν Όραση στα Πεδία ή την Όραση την δίνουν οι θεοί τους.

Είδε ο Ηρακλής το τεράστιο φίδι, πελώριο σαν τα ψηλά δέντρα, να τον κοιτάζει με τα απειλητικά του μάτια και βίωσε τον πραγματικό εφιάλτη, να πολεμάει να σκοτώσει το τέρας και με κάθε κεφάλι που κόβει το τρομερό σπαθί του, άλλα δύο κεφάλια να φυτρώνουν και όσο εναντιώνεται στο τέρας και το πολεμάει, κεφάλια φυτρώνουν και δυναμώνει το τέρας.

Αυτόν τον εφιάλτη βίωνε κάθε άνθρωπος που παρασυρμένος από την άκακη μορφή της Ύδρας, καθόταν κοντά της και της μιλούσε, έτρωγε από το φαγητό της και έπινε από το νερό της.

Καθώς εκείνος συνομιλούσε ανέμελα με το φρικτό τέρας, η ψυχή του έβλεπε τις πραγματικές εικόνες, έβλεπε το τεράστιο φίδι που πετούσε φλόγες από τα μάτια του, ορθωνόταν απειλητικά, πανύψηλο σαν τις λεύκες και κάθε φορά που πήγαινε ο άνθρωπος να του επιτεθεί και να κόψει ένα κεφάλι, το φίδι άλλα κεφάλια έβγαζε στην θέση του και ήταν ο κίνδυνος δύο και τρεις φορές πιο μεγάλος.

Έτσι συμβαίνει πάντα όταν ο άνθρωπος ελεύθερα συνομιλεί με έναν χθόνιο, ο χθόνιος κλέβει τις σκέψεις του, κλέβει το φως της ψυχής του και στη θέση τους βάζει την σκοτεινή ύλη που είναι η ύπαρξή του. Τότε ο άνθρωπος καταλαμβάνεται από εφιαλτικούς φόβους και είναι ανίκανος να προοδεύσει.

Εν τέλει, ο άνθρωπος πάντα θα νικήσει, θα φύγει μακριά από το έλος, μακριά από την σκοτεινή ύλη των σκέψεών της, μακριά από τον θάνατο που του δίνει το τέρας. Τότε ο άνθρωπος θα αναδυθεί ξανά με όλη την λάμψη του και με ολοκαίνουριες, λαμπρές σκέψεις και σχέδια στο μυαλό του.

Όταν κατάφερε ο Ηρακλής επιτέλους να συνέλθει από τον τρομερό εφιάλτη που είχε ζήσει, πήγε μαζί με τον Ιόλαο να βρουν της μάγισσας το σώμα το απανθρακωμένο και να το θάψουν μαζί σε έναν ρηχό τάφο, για να διαλύσουν τις σκοτεινές δυνάμεις.

Πάνω στον τάφο έγραψαν ένα επίγραμμα, όπως έκαναν πάντα οι Έλληνες όταν ήθελαν να στείλουν ένα μήνυμα σε όλους όσοι θα περνούσαν από εκείνον τον τόπο. Και έλεγε το επίγραμμα:

«Εδώ βρίσκεται η μάγισσα, η Λερναία Ύδρα, που σκορπούσε τον τρόμο σε κάθε διαβάτη, του δηλητηρίαζε το μυαλό με τα σκοτεινά οράματά της που γεννούσαν ανείπωτο Φόβο.

Εσύ διαβάτη μην φοβάσαι πια, η σκοτεινή μάγισσα πήγε να συναντήσει τον θεό της, το θεό του Ερέβους και το Σκότος θα την καταπιεί για πάντα».

Μίλησε ο Ηρακλής με τους κατοίκους της Λέρνης και τους είπε: «Φύγετε μακριά από αυτόν τον τόπο, από αυτές εδώ τις στοιχειωμένες εκτάσεις. Αφήστε για λίγο καιρό να εκτεθούν και πάλι στον ήλιο, ο άνεμος να παρασύρει τα αποκαΐδια, η βλάστηση να νικήσει τον θάνατο και η ζωή να επιστρέψει στα άγονα λιβάδια.

Αφήστε τα ζώα να βοσκήσουν ελεύθερα εδώ, γνωρίζουν αυτά και δεν πλησιάζουν σε μολυσμένο τόπο. Θα έρθουν στην κατάλληλη ώρα.

Θα έρθουν σιγά, σιγά, πρώτα τα τρωκτικά, μετά οι λαγοί και τα ζώα του δάσους, θα ακούσετε τα πουλιά να κελαηδούν και θα εμφανιστούν πάλι τα πρώτα δέντρα.

Εσείς όμως να πλησιάσετε εδώ όταν έρθει η γλαύκα, είναι το μήνυμα που θα σας στείλει η θεά Αθηνά, ότι ήρθε και εκείνη και ο τόπος θα είναι και πάλι ασφαλής για όλους.

Τότε θα κτίσετε έναν ναό προς τιμήν της Αθηνάς και η δική της παρουσία, που θα είναι εδώ γιατί θα την τιμάτε, θα διώξει μακριά τις μάγισσες, τα φονικά και τους εφιάλτες που έφερνε στον νου σας η θύμηση αυτού του τόπου».

Τον άκουσαν οι Λερναίοι και έκτισαν τον ναό προς τιμήν της Αθηνάς, όταν ήρθε η λευκή γλαύκα και τους υπενθύμισε την υποχρέωση στην θεά τους».

Το απόσπασμα προέρχεται από το βιβλίο μου “Οι περιπέτειες του Ηρακλή στον σύγχρονο κόσμο”. 

Η άνοιξη που έρχεται

Στην Ελλάδα η άνοιξη είναι μια σημαντική εποχή. Η Δήμητρα χαρούμενη υποδεχόταν την Περσεφόνη και από την πολλή χαρά της ανθούσε και βλάσταινε γύρω της η φύση.

Εμείς σήμερα έχουμε περάσει ένα μεγάλο μέρος της άνοιξης σε καραντίνα. Όμως κανείς δεν μπορεί να μας εμποδίσει να έχουμε άνοιξη στην καρδιά μας, να έχουμε ελπίδα και ωραία συναισθήματα.

Φυσικά όλα αυτά δεν γεννιούνται μόνα τους. Για να αναστηθεί η Περσεφόνη και να γυρίσει από τον Άδη, οι Έλληνες προσευχόντουσαν κάθε στιγμή και κάθε ημέρα της δικής της απουσίας. Έτσι πίστευαν ότι εκείνοι φέρνουν την άνοιξη και απολάμβαναν κάθε στιγμή της.

Πολλά χρόνια πέρασαν από τότε. Πολλοί αιώνες κύλισαν. Και ερχόμαστε εμείς σήμερα να χρειαζόμαστε και πάλι μια ανάσταση της Περσεφόνης αυτή την φορά μέσα στην ψυχή μας, όπου θέλουμε να αναστηθεί η χαρά και η ελπίδα.

Μπορούμε να το κάνουμε αυτό, αρκεί να αγαπήσουμε τον εαυτό μας, να ακολουθήσουμε μια ωραία πορεία αυτογνωσίας και να βρούμε ξανά αυτά που μας συνδέουν με την χαρά της ζωής και τη βλάστηση της φύσης.

Προσωπικά, όταν αισθάνομαι ότι δεν αγαπάω αρκετά τον εαυτό μου, διαβάζω βιβλία από την Δύναμη της Διανοίας. Είναι μια ωραία μέθοδος αυτογνωσίας που όταν εφαρμόζεται έχει πάντα καλά αποτελέσματα.

Για αυτήν την εποχή που όλοι αναζητάμε και πάλι την ελπίδα μας, τα βιβλία που μπορούν να βοηθήσουν πολύ είναι:

Η αφύπνιση της Ελληνικής διανοίας, με εμπνευστή τον Πλάτωνα

Το συμβόλαιο των Ελλήνων με την κοινή τους μοίρα, με εμπνευστή τον Περικλή

Ο δρόμος για την κατάκτηση του ονείρου μας, με εμπνευστή τον βίο και το έργο του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Οι Έλληνες πάντα πιστεύαμε ότι μπορούμε να μεταγγίσουμε δυνάμεις από την μία διάσταση σε μια άλλη. Επειδή πάντα το πνεύμα μας ήταν ισχυρό, από καταβολής του πολιτισμού μας μέχρι και σήμερα, γράφαμε έργα και υλοποιούσαμε έργα για να μεταγγίσουμε δυνάμεις από τις ανώτερες πνευματικές διαστάσεις, στην καθημερινότητα όπου γίνεται ο αγώνας για την επιβίωσή μας.

Αυτό γίνεται και με τα βιβλία που προτείνω. Μεταγγίζονται δυνάμεις από μια διάσταση σε μια άλλη, ξεκινάνε από τις πνευματικές διαστάσεις όπου το πνεύμα μας παραμένει ισχυρό και φτάνουν μέχρι την καθημερινή μας διάθεση και την ψυχή μας.

Οι καλές μας αντιστάσεις στην εποχή της πανδημίας

Έχει αρχίσει μια εποχή πανδημίας. Αυτό δεν είναι κάτι σπάνιο, έχει συμβεί πολλές φορές και έχει αντιμετωπιστεί πολλές φορές από το ανθρώπινο είδος. Όμως κάθε φορά το ανθρώπινο είδος μάθαινε από τις πανδημίες. Έφτιαχνε καλύτερες κατοικίες, φρόντιζε να υπάρχει καθαρό πόσιμο νερό, έκανε τα κατάλληλα έργα για την πόλη, φρόντιζε να αμείβει καλά τους γιατρούς, να υπάρχουν άφθονοι θεραπευτές στη πόλη και να διαβιούν οι άνθρωποι σύμφωνα με ορισμένους κανόνες ηθικής που υπαγόρευε η εκάστοτε πανδημία.

Σήμερα τα περισσότερα από αυτά τα θέματα έχουν επιλυθεί, εκτός ίσως από το θέμα των ηθικών κανόνων που υπαγορεύει η πανδημία.

Όταν οι άνθρωποι έχουν αφθονία αγαθών και μόνο καταναλώνουν, χωρίς να ασχολούνται πολύ να παράγουν, τότε ο υπέροχος, μαχητικός και ανθεκτικός οργανισμός τους μαθαίνει την καλοπέραση.

Όταν μάθει την καλοπέραση ο οργανισμός, κάθεται ήσυχα και φροντίζει μάλλον να ανέχεται τα μικρόβια, παρά να τα πολεμάει. Συγκεντρώνει γύρω του τα μικρόβια, αφήνει να τα πολεμάνε τα φάρμακα και διάφορες θεραπείες που έρχονται πάντα έξωθεν, χωρίς αυτός να αναγκαστεί να χάσει την βολή του.

Αν αυτόν τον οργανισμό τον κινητοποιήσουμε, βάζοντάς τον να τρέχει στα δάση και στα γυμναστήρια, σίγουρα κάτι έχουμε επιτύχει, όμως αυτό είναι πολύ λίγο μπροστά στις αντοχές που χρειάζεται να έχει στις εποχές της πανδημίας.

Εκείνο που μπορούμε να κάνουμε για να κινητοποιήσουμε τον οργανισμό μας και να βρει ξανά την μαχητικότητά του, είναι να του δώσουμε την κατάλληλη πνευματική τροφή, να τον βάλουμε ξανά να δουλεύει πνευματικά και να του δώσουμε την ώθηση να αναζητήσει την πνευματική τροφή του. Να γίνει δηλαδή ερευνητής.

Τότε κινητοποιείται όλος ο οργανισμός και γίνεται ξανά μαχητικός, γιατί η πνευματική τροφή τον άνθρωπο τον δυναμώνει και τον κάνει να αναζητά ξανά τις πηγές της δύναμής του.

Οι Αθηναίοι μετά τον μεγάλο λοιμό, το  430 π.Χ. , τρία διδάγματα πήραν, ότι πρέπει να μην μένουν ούτε στιγμή χωρίς πνευματική τροφή, ότι η δύναμή τους πηγάζει από τις αγαθές ιδιότητες του πνεύματός τους και ότι η αρρώστια δεν έρχεται να τους σκοτώσει αλλά να τους δώσει μερικά σημαντικά μαθήματα ζωής.

 

Το σκοινί για να σε κρεμάσει το προμηθεύεις εσύ στον δήμιο

Το όνειρο κάθε Έλληνα, οποιασδήποτε κοινωνικής τάξης, ήταν να έχει «το δικό του σπίτι».

Και για να το αποκτήσει έκανε του κόσμου τις θυσίες. Περιόριζε τις δραστηριότητες της ζωής του έτσι ώστε να περισσέψουν χρήματα για να βελτιώσει τα μάρμαρα, να διαλέξει εξαιρετικά πατώματα, και να εξοφλήσει μία συναλλαγματική, που κινδύνευε να του καταστρέψει την προγραμματισμένη του ρευστότητα.

Δεν ζούσε όπως θα μπορούσε, περιμένοντας να χορτάσει την ζωή σε μεγάλες δόσεις, μόλις θα ήταν ο περήφανος ιδιοκτήτης διαμερίσματος, μονοκατοικίας, μεζονέτας, ή ό,τι άλλου κυκλοφορούσε.

Και όλα αυτά ανακατεμένα με μια ψευδαίσθηση ελευθερίας, γιατί πίστευε ότι έτσι θα μπορούσε να ορίζει αυτός την ζωή του, όπως θα ήθελε και όχι να μένει «στο νοίκι», έρμαιο στις διαθέσεις κάθε ιδιοκτήτη.

Μέχρι που ήρθε ο ιός.

Και τότε ακολούθησε το κράτος το δρόμο του ιού, έκλεισε τον καθένα στο σπίτι του και του δίνει άπειρο χρόνο για να το χαρεί. Μέχρι να το ξεράσει. Και να μην θέλει να το βλέπει ούτε ζωγραφιστό, όπως και την υπόλοιπη ζωή του.

Και θα μου πείτε. Τι θα γινόταν, τι άλλο θα μπορούσε να έκανε ο ατυχής Έλλην πολίτης;

Οι Σουηδοί π.χ. που είχαν μια ήρεμη πολιτική για την κατοικία, ήταν πιο ώριμοι ατομικά και σαν κοινωνία και δεν πήραν ακραία μέτρα όταν προέκυψε το θέμα του ιού.

Υποχρεωτικές επιλογές στην ζωή δεν υπάρχουν. Υπάρχουν επιλογές όλων των ειδών και αποχρώσεων και η κάθε μία έχει τις συνέπειές της. Τώρα αρχίζουμε να ζούμε το κίνημα, που στόχο του έχει να επιτύχει την νομιμοποίηση του να φεύγουμε από το σπίτι μας.

Δεν είναι αστείο. Είναι λυπηρό. Να βλέπεις πού, για ποιον, για τι έχεις ξοδέψει την ζωή σου μέχρι σήμερα.

Για αυτό ο θλιβερός τρόπος να αντιμετωπίσεις τον ιό είναι να αγωνιστείς για να δημιουργήσεις μια ψευδαίσθηση ότι δεν υπήρξε και ότι η ζωή θα επανέλθει στις παλιές της συνήθειες μετά από λίγους μήνες.

Και ο σοβαρός τρόπος να τοποθετηθείς, απέναντι στην μοίρα που σου έλαχε είναι να αλλάξεις την ζωή σου με όση υγεία έχεις μέσα σου.

Και η υγεία έχει πάντα πνευματική βάση και εγρήγορση διανοίας.

Πιστεύω ότι ο καλύτερος φίλος και συμπαραστάτης αυτές τις ώρες είναι τα βιβλία:

Το σύγχρονο Ελληνικό θαύμα

Η αφύπνιση της Ελληνικής διανοίας

Καινοτομία και ανταγωνιστικότητα

«Οι περιπέτειες του Ηρακλή στον σύγχρονο κόσμο» είναι ένα βιβλίο θεραπευτικό

«Οι περιπέτειες του Ηρακλή στον σύγχρονο κόσμο» είναι ένα βιβλίο θεραπευτικό. Αυτό σημαίνει ότι καθώς παρακολουθούμε την διήγησή του χαίρεται η ψυχή μας, καθαρίζει ο νους μας και ανασταίνεται το πνεύμα μας.

Όλες αυτές είναι ιδιότητες που έχουν τα στοχαστικά κείμενα, εκείνα δηλαδή τα αφηγήματα που έρχονται μόνα τους, σαν κάποιος να τα υπαγορεύει και αυτός ο κάποιος έχει αγαθές ιδιότητες και αγαπάει την ψυχή του ανθρώπου.

Στην εποχή μας χρειαζόμαστε τα θεραπευτικά κείμενα, όχι μόνο για τις πανδημίες, αλλά γιατί χρειαζόμαστε την πνευματική ανάταση και την ηρεμία της ψυχής μας.

Ας αφήσουμε όμως το βιβλίο να μιλήσει λίγο μόνο του:

«Στο όρος Ευρύμανθος ζούσε ένας φονικός κάπρος, ήταν τόση η φονική του δύναμη ώστε οι κάτοικοι της περιοχής φοβόντουσαν ακόμα και να αναφέρουν το όνομά του.

Τον ονόμαζαν το θηρίο, ή το τέρας που βγαίνει τις νύχτες  και σκοτώνει τα παιδιά μας, έτσι είναι πάντα η φαντασία των Ελλήνων, καλπάζει αχαλίνωτη μπροστά στα πραγματικά προβλήματα που αντιμετωπίζει.

Ο κάπρος ήταν πράγματι τεράστιος και ήταν πράγματι φονικός, όμως δεν ήταν το τέρας ούτε το θηρίο, ήταν απλώς ένας τεράστιος κάπρος.

Οι κάτοικοι όμως στις περιοχές του Ευρύμανθου ήταν απελπισμένοι και υπερέβαλαν διηγούμενοι ότι ο κάπρος είναι δήθεν κάποιος θεός που αγανακτισμένος από την έκφυλη ζωή τους, έστειλε τα μύρια δεινά για να τους τιμωρήσει.

Η φήμη έφτασε και στο παλάτι του Ευρυσθέα, που όσον καιρό περίμενε τον Ηρακλή να γυρίσει με το ελάφι της θεάς Άρτεμής, καθόταν και έστριβε δεξιά και αριστερά την σκοτεινή του σκέψη, ώστε να βρει τον επόμενο άθλο που τον Ηρακλή θα μπορούσε να σκοτώσει.

Όταν άκουσε την φήμη με τον Ευρυμάνθιο κάπρο, την άφησε και αυτή μαζί με άλλες στην άκρη του μυαλού του ώστε όταν επιστρέψει ο Ηρακλής κατάλληλα να την χρησιμοποιήσει.

Κάποια μέρα, μετά από καιρό, έφτασε η φήμη στο παλάτι ότι ο Ηρακλής έρχεται με το Ελάφι. Και ήταν τόση η φασαρία που σηκώθηκε, ώστε ο Ευρυσθέας δεν άντεξε, σηκώθηκε και αυτός μαζί με άλλους και έτρεξε στον λόφο να δει τον ήρωα από μακριά να έρχεται με το Ελάφι.

Τόσο ζήλεψε την εικόνα που είδε, τον τεράστιο ήρωα να φέρνει μαζί του δεμένο από την τριχιά, υπάκουο το ελάφι, ώστε θέλησε και αυτός να κάνει το ίδιο. Ζήτησε λοιπόν από τον Ηρακλή να του δώσει αυτός να κρατήσει το ελάφι, να νοιώσει και αυτός την υπερηφάνεια και να παρουσιαστεί σαν ήρωας μπροστά στους άλλους.

Ο Ηρακλής ήσυχα του έδωσε την τριχιά. Το Ελάφι όταν ένοιωσε ότι ο Ηρακλής το ελευθερώνει από την βούλησή του να τον ακολουθήσει, έκανε ένα τίναγμα μεγάλο, κοίταξε για τελευταία φορά τον κόσμο που ήταν συγκεντρωμένος και γρήγορο σαν τον άνεμο, με την σκιά της θεάς να το περιβάλλει έφυγε τρέχοντας και χώθηκε στα σκιερά δάση, όπου ήταν τα καταφύγιά του.

Εξεμάνη ο Ευρυσθέας. Ήταν τόση η ταπείνωσή του ώστε μετά βίας συγκρατήθηκε από το να πέσει στο χώμα και να βγάζει αφρούς από το στόμα του, τόσο πολύ θύμωσε με τον Ηρακλή και το Ελάφι.

Και τότε μια σκοτεινή σκέψη αναδύθηκε στο βρώμικο μυαλό του. Αφού το Ελάφι, το ευγενικό ζώο με την βούλησή του υποτάχθηκε στον Ηρακλή για να κάνει αυτός τον δικό του άθλο, τότε και εγώ θα του βάλω σαν αντίπαλο ένα βρωμερό, άγριο ζώο, που ευγένεια δεν έχει, στον άνθρωπο δεν υποτάσσεται, μόνο θέλει να του σκίσει τα σωθικά με τα βρωμερά του, απαίσια δόντια.

Είδε τότε ο Ευρυσθέας τον τεράστιο κάπρο να ξεκοιλιάζει τον Ηρακλή και ήταν τόση η ευχαρίστησή του, που δεν δίστασε στιγμή για να αναθέσει στον Ηρακλή τον επόμενο άθλο.

«Καλώς όρισες ξάδερφε», είπε με την χαμηλή φωνή του, που την άκουγες και ήταν σαν να σέρνεται στα χαμόκλαδα ένα τεράστιο φίδι. «Είσαι πια ήρωας σωστός Ηρακλή έκανες τρεις τεράστιους άθλους, έλα να φάμε και να πιούμε και να γιορτάσουμε την δική σου νίκη».

Τα άκουσε αυτά ο Ηρακλής και πήρε να γλυκάνει η ψυχή του, γύριζε πολύ καιρό στα βουνά, στους ξένους τόπους μόνος του στην αρχή, μετά με ένα Ελάφι, ένοιωσε πολύ την μοναξιά του. Εκείνος ήθελε πολύ τους ανθρώπους και του άρεσε να γιορτάζει μαζί τους.

Κάθισε λοιπόν στο συμπόσιο και αφού έφαγαν και ήπιαν και νόμισε ο Ηρακλής ότι ησύχασε ο κόσμος γύρω του και δεν θα είναι πια τόσο απαιτητικοί οι άθλοι, σηκώθηκε ο Ευρυσθέας και είπε. «Τιμημένε ήρωα Ηρακλή, σίγουρα δεν θα έχεις αντίρρηση να πας εσύ και να γλυτώσεις τον λαό μας από τον Κάπρο στον Ευρύμανθο, αυτό το τεράστιο, υπερφυσικό ζώο, την κατάρα των θεών που σαν θεομηνία ορμά και σκοτώνει τους ανθρώπους, ποδοπατά και καταστρέφει τις σοδειές τους.

Τιμημένε μας ήρωα, σίγουρα δεν θα έχεις αντίρρηση να τον συλλάβεις και να φέρεις εδώ ζωντανό τον κάπρο, για να τον θυσιάσουμε στον Δία, τον θεό και Πατέρα και να τον ευχαριστήσουμε που έστειλε ανάμεσά μας έναν ήρωα σαν και εσένα».

Άκουσε τα λόγια ο Ηρακλής και χάθηκε η ψυχή του. «Πάλι;; είπε. Πάλι θα τρέχω στα δάση, στην άγρια μοναξιά μου, να σκίζεται η σάρκα μου στα άγρια ρουμάνια, ήλιος να μην με βλέπει και οι σκοτεινές ορέξεις αυτού του φιδιού του Ευρυσθέα να με βάζουν να ζω με τα αγρίμια;;»

Βαρύθυμος σηκώθηκε πήρε την λεοντή του και πήρε τον δρόμο για άλλη μια φορά προς τους Δελφούς, να δει την Πυθία και να μιλήσει, να δει τι θα κάνει και με αυτόν τον άθλο που του είχε βάλει ο μισητός Ευρυσθέας.

Όταν έφθασε στους Δελφούς, η ψυχή του είχε και πάλι ανέβη, είναι αισιόδοξο παιδί ο Ηρακλής και αν κάποιος πρέπει να φοβάται αυτός είναι ο κάπρος και όχι ο ήρωάς μας.

Την άλλη μέρα το πρωί πήγε και πάλι στην Πυθία. «Καλώς όρισες ήρωα του είπε, γνωρίζεις πως όταν κάτι επαναληφθεί τρεις φορές, έχει πια στεριώσει. Εσύ έχεις κάνει τρεις άθλους, μπορούμε πια να έχουμε την βεβαιότητα ότι θα κάνεις και όλους τους άλλους.

Όμως χρειάζεται δρόμος και χρειάζεται πορεία γιατί ακόμα και αν γνωρίζουμε το τέλος, ότι τελικά θα κάνεις όλους τους άθλους, υπάρχουν πολλά να μάθουμε, πολλά να νικήσουμε και πολλά να υποστούμε μέχρι να φτάσουμε στο τέλος των δικών σου άθλων.

Τώρα Ηρακλή, που θα κυνηγάς τον κάπρο θα είσαι μόνος σου χωρίς τους θεούς μας. Οι θεοί βέβαια θα είναι γύρω σου και κοντά σου, όμως δεν θα ακούς την μιλιά τους, δεν θα τους βλέπεις, γιατί εκείνοι δεν εμφανίζονται στους τόπους όπου συχνάζει ο θηριώδης κάπρος.

Όταν είσαι μόνος σου εκεί στα βαθιά δάση, θα δεις ότι αναπτύσσονται μέσα σου μεγάλες δυνάμεις, έτσι αντιδρά πάντα ο Εαυτός όταν θέλει να βοηθήσει όποιον προσπαθεί να κάνει έναν άθλο στην ζωή του και είναι δύσκολος αυτός ο άθλος.

Οι θεοί σου έστειλαν αυτόν τον άθλο για να μάθεις να στηρίζεσαι στις δικές σου δυνάμεις, να τις αναπτύξεις και να μην φοβάσαι άθλο όσο μοναχικός και αν είναι. Μόνος σου με τις δικές σου δυνάμεις θα καταφέρεις να αιχμαλωτίσεις τον κάπρο, να τον δέσεις και να είναι πια ένα σακί με κρέας και όχι το φοβερό τέρας που τρομοκρατεί τους ανθρώπους».

Ο Ηρακλής είχε ένα τεράστιο προσόν και αυτό ήταν η αφοβία, δεν ήξερε τι σημαίνει φόβος, ούτε κάποιος σκοτεινός φόβος μάραινε την ψυχή του.

Έτσι κατάλαβε ότι πρέπει να χρησιμοποιήσει όλες τις δυνάμεις του για να παγιδεύσει τον κάπρο, την σωματική του ρώμη, την ευφυία του, την ικανότητά του να κινείται αθόρυβα στα δάση και να στήνει παγίδες, την θηριώδη αντοχή του να υπομένει όλους τους πόνους προκειμένου να πετύχει τον σκοπό του, την καλή του σχέση με τους θεούς και την διαίσθησή του που του λέει πάντα τι να κάνει.

Είναι μια μάχη αυτογνωσίας, όπως είναι πάντα οι μάχες που δίνει ο άνθρωπος με το θηρίο, είτε είναι ένα πραγματικό θηρίο, είτε είναι ένα θηρίο με ανθρώπινη όψη.

«Πόσες δυνάμεις έχω;; αναρωτήθηκε ο Ηρακλής. Ο κάπρος δεν ακούει και δεν καταλαβαίνει τίποτα. Είναι αδύνατον να συνεννοηθώ με αυτό το ζώο και δεν θα το προσπαθήσω.  Είναι μια μάζα με κόκαλα και σάρκες που κινείται μόνο με φονικό ένστικτο εναντίον των ανθρώπων. Καλύτερο εχθρό δεν θα μπορούσαν να έχουν επιλέξει οι θεοί για εμένα, γιατί αν νικήσω κάτι που έχει την όψη ζώου αλλά θέλει μόνο να σκοτώνει και αναπτύσσει όλες του τις δυνάμεις για να προκαλεί θανάτους, τότε θα γίνω πραγματικός ήρωας μεταξύ των ανθρώπων».

Έτσι σκέφθηκε ο Ηρακλής ωραία και την επόμενη μέρα κίνησε να πάει στον Ευρύμανθο και να βρει το θηρίο…….»

Το απόσπασμα προέρχεται από το βιβλίο μου: Οι περιπέτειες του Ηρακλή στον σύγχρονο κόσμο

Πανανθρώπινες αξίες και πνευματική συγκρότηση του ανθρώπου είναι οι οδηγοί στην νέα εποχή της Υγείας

Από τότε που μπήκε ο 21ος αιώνας το τοπίο ως προς την υγεία των ανθρώπων, έχει διαφοροποιηθεί αισθητά.

Έχουμε κατάθλιψη, που αδρανοποιεί την διάνοια και καταλήγει μόλις εμφανιστούν συμπτώματα, σε αναντίστρεπτη πορεία προς εγκεφαλικό, καρδιακή προσβολή ή καρκίνο.

Έχουμε τα αυτοάνοσα νοσήματα, που επιβάλλουν στον οργανισμό να απομακρύνει τις ασπίδες του, να πολεμάει τον εαυτό του, να αντιμάχεται τον στρατό του, βοηθώντας τους εχθρούς και τους δολοφόνους αντιπάλους του.

Τέλος έχουμε τις εκδηλώσεις θανατηφόρων ιών, που στην περίπτωση του κορωνοϊού έφτασε πολύ γρήγορα σε κατάσταση πανδημίας.

Τα έχουμε λίγο χαμένα, ενώ τα περίφημα συστήματα υγείας, που έχουμε αναπτύξει ήταν στην πραγματικότητα περιορισμένα σε μέγεθος, χωρίς ερευνητικό προσανατολισμό και με εμπορικές προτεραιότητες εκεί που έπρεπε να κυριαρχούν πανανθρώπινες αξίες. (εμπορευματοποίηση της υγείας).

Στους απολογισμούς της εποχής, π.χ. σε διάφορα άρθρα, η υγεία ήταν ένας τομέας όπου όλοι ομόθυμα διαπιστώναμε ότι είχαμε σημειώσει τεράστια πρόοδο.

Σήμερα κανείς δεν θα πρόβαλε τέτοια θέση, γιατί τα τελευταία χρόνια διαπιστώσαμε πόσο άγνωστος μας είναι ακόμα ο άνθρωπος. Αυτό που έχει απογειωθεί είναι η τεχνολογία, η οποία μας προμηθεύει πολλά απεικονιστικά εργαλεία ώστε την ασθένεια να την βλέπουμε, όχι να την φανταζόμαστε εκ των συμπτωμάτων που παράγει.

Μας λείπει η γνώση για τον άνθρωπο, για τις ευαισθησίες και τις δυνάμεις του, για την κατασκευή και τις ιδιαιτερότητές του.

Πάνω από όλα, αγνοούμε και υποτιμούμε την πνευματική του δομή και υπόσταση.

Αυτό που μπορώ να ισχυριστώ, δεν είμαι σε θέση να το αποδείξω, αλλά και κανείς δεν μπορεί να το απορρίψει. Ότι δηλαδή η ενδυνάμωση της διάνοιας λειτουργεί θεραπευτικά, όχι απλά βοηθητικά, αλλά θεραπευτικά στην αντιμετώπιση της κατάθλιψης και των ιών.

Για την ενδυνάμωση της διανοίας έχω να σας προτείνω τρία βιβλία:

Τα στοιχεία που ζωογονούν την διάνοια

Τα έργα της διανοίας είναι βάλσαμο για την ψυχή

Ο δρόμος για την ίαση

Μένουμε σπίτι και κινούμαστε σε ολόκληρο τον πλανήτη

Η πανδημία του κορωναϊού δεν είναι κάτι περαστικό, που μετά από τρεις-τέσσερις μήνες θα το θυμόμαστε αυτάρεσκα σαν μία ακόμα νικηφόρα μάχη, που έδωσε το ανθρώπινο είδος.

Ο πολιτισμός μας σήμερα στηρίζεται σε κοινωνικούς θεσμούς, συναλλαγές, κινήσεις, αντιλήψεις, ηθικούς κώδικες που δημιουργούν την βάση εξάπλωσης, τόσο του πολιτισμού μας όσο και του ιού.

Άρα για να μειώσουμε την εξάπλωσή του πρέπει να μειώσουμε τον όγκο π.χ. των κινήσεων ή των συναλλαγών, δηλαδή να υποχωρήσουμε, υποβαθμίζοντας το πολιτισμικό μας οικοδόμημα.

Όταν βρισκόμαστε μπροστά σε τέτοιες ανακατατάξεις δεν μπαίνουμε σε διλήμματα, διαλέγοντας το ένα και απορρίπτοντας το άλλο.

Τα διαλέγουμε όλα, επιδιώκοντας υπέρβαση, δηλαδή αναβάθμιση της πνευματικής υπόστασης του ανθρώπου με ενδυνάμωση της διάνοιας και ενεργοποίηση του εαυτού.

Χρειάζεται να γίνουμε πιο ευφυείς και η ζωή μας πιο πνευματική, όπως άλλωστε έχει τις προϋποθέσεις από την κατασκευή του ο άνθρωπος.

Δεν είναι πολυτέλεια ούτε τυπική διαδικασία.

Είναι υποχρέωση για να καταφέρουμε να αντιστρέψουμε την πραγματικότητα και να βρούμε νέους τρόπους επιβίωσης, λαμβανομένης υπόψη και της παρουσίας του ιού.

Εμείς προτείνουμε την Μέθοδο Δύναμη της Διανοίας μέσα από την ανάγνωση των βιβλίων που εκδίδει η εταιρεία Γνώσης ΛΟΓΟΣ.

Η ευφυΐα κτίζεται επίσης μέσα από την καλλιέργεια του μύθου και την μυθοπλασία.

Αυτές τις μέρες εν μέσω πανδημίας, εκδόθηκε σε μορφή e-book,το βιβλίο «Οι περιπέτειες του Ηρακλή στον σύγχρονο κόσμο», που είναι το δεύτερο βιβλίο της κατηγορίας «η Δύναμη του Μύθου», που εκδίδει η Εταιρεία Γνώσης ΛΟΓΟΣ.

Απέχουμε λίγες ημέρες από το Πάσχα.

Θα μείνουμε και θα γιορτάσουμε στο σπίτι.

Η Δύναμη του Μύθου είναι μία καινούργια σειρά βιβλίων που ξεκίνησε με τον Οδυσσέα (Το Ταξίδι) και συνεχίζεται με τον Ηρακλή (Οι περιπέτειες του Ηρακλή στον σύγχρονο κόσμο.)

Ο Ηρακλής με την πολυτάραχη ζωή του, μπορεί να μας δώσει κουράγιο στην δύσκολη περίοδο που περνάμε.

Δεν είναι προφανώς ανάγκη να ψάξουμε στην ζωή μας και να βρούμε αντίστοιχα με τον Ηρακλή δώδεκα μεγαλειώδεις άθλους. Κάτι πολύ σεμνό και περιορισμένο μπορεί να έχει διαστάσεις Ηράκλειου άθλου για ένα απλό άνθρωπο, που τον έκλεισε η πανδημία του ιού στο σπίτι του το Πάσχα του 2020.

Ως Έλληνες, με δημιουργικό και ανήσυχο μυαλό, δεν περιοριζόμαστε από τον στόχο να μην αρρωστήσουμε από τον ιό, που βέβαια είναι και παραμένει το πρώτο μας μέλημα. Αλλά ανοίγουμε και μία άλλη οπτική στο μέλλον μας γιατί ήδη είμαστε σε πολύ καλό δρόμο για τον πρώτο μας άθλο: να περιορίσουμε και να νικήσουμε τον ιό.

 

Οι δυνάμεις της ψυχής την εποχή της πανδημίας

Όταν τα πράγματα είναι ήσυχα και ο βίος κυλάει σχεδόν ανέφελος, ο άνθρωπος γιατί να χρειάζεται τις δυνάμεις της ψυχής του;; Τις αφήνει εν υπνώσει, να υπολειτουργούν.

Όταν όμως έρχεται μια εποχή πανδημίας τότε κάθε άνθρωπος χρειάζεται σίγουρα τις ψυχικές του δυνάμεις για να εργαστεί, για να αντιμετωπίσει όλα τα προβλήματα με θάρρος, για να προχωρήσει στην ζωή του.

Όμως οι ψυχικές δυνάμεις δεν είναι κάτι αόριστο και ανέφελο που έρχονται όταν τις επικαλεστούμε.

Οι ψυχικές δυνάμεις είναι σύμφυτες με τις εσωτερικές δομές του ανθρώπου και σχετίζονται άμεσα με τον εγκέφαλό του.

Όπως γράφω και στο βιβλίο μου οι «Ψυχικές Δυνάμεις»:

«Το μέλλον προοιωνίζεται ευοίωνο για όσους έχουν, διατηρούν ή ελπίζουν να αποκτήσουν τις ψυχικές τους δυνάμεις, όχι με την έννοια της αντοχής ή του ήθους, αλλά με την διαχρονική σημασία των δυνάμεων της δημιουργίας.

Η ψυχή είναι ένας χώρος, ένας απέραντος χώρος γεμάτος με έργα, έργα που περιμένουν να έρθουν στο φως την κατάλληλη για αυτά εποχή, γιατί τότε θα είναι ο άνθρωπος έτοιμος να τα υποστηρίξει και η εποχή θα είναι έτοιμη να τα δεχθεί.

Από πού προέρχονται αυτά τα έργα, κανείς δεν ξέρει. Ποιος τα έβαλε εκεί, όλοι το αγνοούμε.

Όλοι όμως γνωρίζουμε ότι στις δύσκολες εποχές για τον Άνθρωπο, πάντα κάποιος βρίσκεται, πάντα κάτι συμβαίνει και ένα καινούριο Έργο, δείχνει τον δρόμο σε όλους. Και το έργο αυτό μπορεί να είναι ένα γραπτό κείμενο, ή μια κατασκευή, που δεν θα είναι όμως συνήθη, αλλά  φέρνουν κάτι εντελώς καινούριο στην ζωή των ανθρώπων. Κάτι, που αν το ακολουθήσει κανείς, η προσπαθήσει να το καταλάβει, η ζωή του θα αλλάξει.

Η ψυχή χρειάζεται την καθαρότητα για να εκδηλωθεί. Σε αντίθετη περίπτωση, η εκδήλωσή της πνίγεται σε μια θάλασσα αιτημάτων που εμφανίζονται από παντού, σε αιτήματα που έχουν να κάνουν με την σωτηρία άλλων, με παρεμβάσεις για θέματα που δεν είναι δικά της και δεν θα έπρεπε να βρίσκονται στις προτεραιότητές της, στην κινητοποίησή της από άλλους και για τα δικά τους ζητήματα, γιατί στον χώρο της ψυχής κατοικούν πολλοί άλλοι άνθρωποι, εκτός από αυτόν που την κατέχει και νέμεται τα έργα της.

Οι άνθρωποι αυτοί, απλώς φιλοξενούνται εκεί, είτε γιατί δεν έχουν δικό τους χώρο, είτε γιατί επιθυμούν οι ίδιοι να βρίσκονται σε αυτήν την ψυχή και όχι στην δική τους, γιατί αυτή εδώ έχει περισσότερα να τους προσφέρει. Δεν κάνουν κακό οι άλλοι άνθρωποι. Όμως κάνουν ζημιά, όταν παράγουν ρύπους, δηλαδή φωνάζουν δυνατά και επιμένουν να ικανοποιηθούν κατά προτεραιότητα τα δικά τους αιτήματα, που πολλές φορές είναι ενάντια με αυτά του κατόχου της ψυχής. Τότε πρέπει να απομακρύνονται.

Το βιβλίο «Οι Ψυχικές Δυνάμεις» περιέχει όλα τα δεδομένα που απαιτεί η ψυχή, προκειμένου να ξεκινήσει την δική της εργασία για την απομάκρυνση όλων των ρύπων που την καταδυναστεύουν, όλων των προσμίξεων που κάνουν την ζωή της δύσκολη και όλων των ξένων προβλημάτων, με τα οποία δεν θα έπρεπε να ασχολείται.

Κάθε ψυχή θα πρέπει να ασχολείται με την εκδήλωση των δικών της έργων και την απελευθέρωση των δικών της δυνάμεων, γιατί ποτέ δεν ξέρουμε από τίνος την ψυχή θα έρθουν τα έργα, που χρειαζόμαστε όλοι για να ζήσουμε. Κοινό μας έργο λοιπόν η απελευθέρωση των ψυχικών δυνάμεων, που κάθε άνθρωπος διαθέτει».

 

 

Η Άνοιξη της δικής μας διανοίας

Στην σημερινή εποχή ο άνθρωπος χρειάζεται να βρει ξανά τις δυνάμεις που είχε, όταν κατόρθωνε να αντιμετωπίζει τις φυσικές καταστροφές, την πείνα, τους λοιμούς και την απελπισία, χωρίς να χάνει το θάρρος του και χωρίς να κάμπτεται το ηθικό του.

Για να βρεθούν αυτές οι δυνάμεις δεν αρκεί μόνοι μας να αυτοσυγκεντρωθούμε, να σκεφθούμε και να προσπαθήσουμε να επιλύσουμε τα προβλήματά μας.

Χρειάζεται να έχουμε και τους κατάλληλους συμβούλους. Τα βιβλία της Μεθόδου Δύναμη της Διανοίας λειτουργούν ως σύμβουλοι που βοηθούν τον άνθρωπο να βρει τις δικές του δυνάμεις.

Έχουν αυτή την ιδιότητα εδώ και πολλά χρόνια από τότε που δημιουργήθηκαν και αργότερα εκδόθηκαν. Και έχει επαληθευτεί σε πολλές περιπτώσεις.

Όμως σήμερα δεν αρκεί να έχουμε συμβούλους για να καλυτερεύσουμε τις ήδη ικανοποιητικές συνθήκες της ζωής μας.

Χρειαζόμαστε συμβούλους για να αντιμετωπίσουμε τα φαινόμενα αυτού του αιώνα, τις πανδημίες, την ψυχική και ηθική κούραση του ανθρώπου, την σύγχυση που δημιουργούν στο μυαλό οι ψεύτικες πληροφορίες, την αδυναμία του ανθρώπου να επικοινωνήσει σωστά με τους ομοίους του και να βρει σωστές λύσεις.

Σήμερα την εποχή των ηλεκτρονικών μέσων, την εποχή την ηλεκτρονικών δικτύων, ο άνθρωπος πρέπει να βρει ξανά την ικανότητά του να δημιουργεί δίκτυα διανοίας.

 

Όπως γράφω και στην Εισαγωγή του βιβλίου μου «Τα ανθρώπινα πάθη και η λύτρωση», που το ενέπνευσε ο Αθηναίος στοχαστής και φιλόσοφος Σοφοκλής :

«Όποιος συναισθάνεται την χαρά, έχει σίγουρα μια επαφή με τον πνευματικό κόσμο, είτε ιδιότυπη μέσω της φύσης, του κάλλους ή της αρμονίας, τα οποία απολαμβάνει, είτε αρμόζουσα μέσω των έργων στα οποία συμμετέχει, αυτά που αναλαμβάνει και αυτά που εκτελεί.

Η συναίσθηση της χαράς απομακρύνει τον άνθρωπο από αρρώστιες που κατατρώγουν την ψυχή του, είναι ένα είδος φυσικού αντιβιοτικού που νικάει όλες τις αρρώστιες.

Προσέξτε όμως εδώ, δεν μιλάμε για την χαρά που μπορεί να προκύπτει είτε εκβιαστικά, είτε εξαναγκαστικά, μέσω της λήψης ουσιών ή της φυσικής διέγερσης λόγω εξωτερικών ερεθισμάτων.

Μιλάμε για την αυθόρμητη, πηγαία χαρά, που αναβλύζει από την ψυχή του ανθρώπου και είναι παροδική, όταν αυτός βλέπει ένα ωραίο έργο τέχνης, συμμετέχει σε μία πολιτιστική εκδήλωση, ακούει μουσική, παρακολουθεί θέατρο ή κινηματογράφο, απολαμβάνει την φύση, ή απλώς ξεκουράζεται και καταφέρνει να έχει έναν καλό ύπνο.

Όταν αυτή η χαρά είναι μόνιμη, τότε έχουμε τον άνθρωπο που έχει καταφέρει να βρει τον θεό μέσα του και περνάει την ζωή του υπακούοντας σε ουράνιες νομοτέλειες και θεϊκό νόμο, αποφασίζοντας εκ προοιμίου ότι ως άνθρωπος ο ίδιος κάνει λάθη και οι άλλοι γύρω του κάνουν λάθη, αλλά όλα συγχωρούνται αφού μέσα του υπάρχει η ουράνια τάξη.

Αυτού του είδους την χαρά είχαν όλοι οι ήρωες του Σοφοκλή, αυτοί στους οποίους αφιέρωσε ένα μεγάλο μέρος των έργων του, προσπαθώντας να μεταδώσει στους συμπολίτες του, την δική του βιωματική γνώση που έλεγε ότι αν έχεις βρει τον θεό μέσα σου, δεν τον αλλάζεις με τίποτα, όλα σου φαίνονται ανώδυνα και επιφανειακά και η μόνη οδύνη είναι να απαρνηθείς το εύρος των αξιών που σε ενώνουν με τον θεό μέσα σου και έτσι να πεθάνεις, ενώ ακόμα είσαι ζωντανός.

Για τον Σοφοκλή δεν υπήρχε χειρότερος θάνατος, από τον θάνατο ενός ζωντανού ανθρώπου, που βίωνε στην συνέχεια την προσωπική του κόλαση παραμένοντας στην ίδια κοινωνία, με τους ίδιους ανθρώπους, κάνοντας σχεδόν τα ίδια πράγματα και όμως ο ίδιος τόσο διαφορετικός από πριν, ένας νεκρός στην θέση του ζωντανού.

Έτσι θα αναγνώριζε ο Σοφοκλής την κατάθλιψη, θα έλεγε ότι αυτός ο άνθρωπος είναι ζωντανός – νεκρός, γιατί επέλεξε ή τον αναγκάσατε να ξεχάσει τον θεό μέσα του, την φωνή της συνείδησής του που του υπαγορεύει τι να κάνει και τι όχι, τον άγραφο νόμο που έχει μάθει να τηρεί σε όλη του την ζωή, τις αξίες που έμαθε να πιστεύει από παιδί και τις είδε να εφαρμόζονται στην κοινωνία του και τις ακολουθεί γιατί αυτό τον οδηγεί να κάνει η αλήθεια μέσα του.

Πώς μπορείτε εσείς να φυλακίζετε το πνεύμα ενός ζωντανού ανθρώπου στις επίγειες φυλακές που κατασκευάζετε, χτισμένες από ψέματα, κατασκευασμένες από την πλάνη και το μίσος, φτιαγμένες από αλλότρια συναισθήματα και όχι από αγάπη προς τον άνθρωπο, πώς μπορείτε να κρατάτε δέσμιους τους ανθρώπους σε έναν κόσμο από όπου απουσιάζει η χαρά;

Σήμερα μπορούμε να πούμε αντίστοιχα πράγματα για την χαρά που απουσιάζει, το μίσος που εκδηλώνεται, την κακία που υφέρπει, όλα αυτά μεταξύ των ανθρώπων, εκεί όπου δεν θα περίμενε να τα βρει κανείς, στις «πολιτισμένες κοινωνίες» όπου η ζωή έχει ασφάλεια, η επιβίωση είναι σχεδόν διασφαλισμένη και υπάρχει ένα δίχτυ προστασίας μέσα στο οποίο ο άνθρωπος δεν έπρεπε να αισθάνεται τον τρόμο, που του προκαλούσαν παλιά οι συνθήκες του βίου. Και όμως εκεί κυρίως εκδηλώνεται η κατάθλιψη, ως παραίτηση από τις ασχολίες του κοινού βίου, ως κούραση της διανοίας, ως κατάπτωση της ηθικής, ως έλλειψη χαράς, ως απογοήτευση και ως πλήρης απάθεια απέναντι στην ζωή και τις δυσκολίες της.

Η κατάθλιψη δεν επηρεάζει έναν ή δύο ανθρώπους, επηρεάζει ολόκληρα κοινωνικά στρώματα, που ξαφνικά χάνουν τις σταθερές της ζωής τους, σταματάνε να παράγουν έργα της διανοίας, βυθίζονται στην πνευματική παρακμή και μοιραία εκφυλίζονται σε κοινωνίες που μαστίζονται από κάθε είδους κρίση, πνευματική, ηθική και στο τέλος οικονομική.

Έχουμε συνηθίσει να αποδίδουμε όλα τα δεινά της εποχής μας στην οικονομική κρίση, την οποία αντιμετωπίζουμε περίπου ως μάστιγα ιογενούς προέλευσης, όπως ήταν παλιά η πανούκλα και ο τύφος. Όμως δεν είναι έτσι.

Η ιογενούς προέλευσης μάστιγα της εποχής μας λέγεται κατάθλιψη, είναι ασθένεια της διανοίας, προσβάλει ολόκληρα κοινωνικά στρώματα, μας οδηγεί σε πλήρη διανοητική και ηθική παρακμή, μας ταλαιπωρεί σωματικά και μας μετατρέπει σε άβουλα όντα που απλώς περιμένουν τον οριστικό τους θάνατο».

Η Αγάπη ως συστατικό της Δημιουργίας

Η αγάπη είναι η κινητήρια δύναμη που ωθεί το ανθρώπινο είδος στην ζωή και την δημιουργία. Όταν αγαπάμε είμαστε πιο ισχυροί και μπορούμε να προσφέρουμε πολλά στον εαυτό μας και στους άλλους.

Η αγάπη των Ελλήνων εκφραζόταν πάντα με έργα. Έργα που ήταν δύσκολα, επίπονα, έφερναν όμως στην ψυχή τους την γαλήνη και αυτό ήταν ό,τι καλύτερο επιθυμούσαν.

Η αγάπη τους έκτισε Παρθενώνες, θεμελίωσε την δημοκρατία, εξύμνησε  με έργα τον Άνθρωπο και τους έδωσε μια καλή ζωή και έναν καλό βίο.

Αν ζούσε σήμερα ο Καλλικράτης, ο Αθηναίος στοχαστής και αρχιτέκτονας του Παρθενώνα, θα μας έλεγε: «Όλοι συμφωνούν ότι ο Παρθενώνας ήταν τρανό επίτευγμα για την εποχή του.

Σήμερα, περιοριζόμαστε να υμνούμε το κάλλος που αβίαστα αναδύεται, την αρμονία των όγκων, τις περίφημες εκλεπτύνσεις και τις αόρατες δομές που αναδεικνύουν την ομορφιά του Παρθενώνα. Ίσως γιατί στην εποχή μας έχουμε γίνει πολύ μεταφυσικοί και λησμονήσαμε τις πραγματικές, γήινες αρετές του πολιτισμού μας.

Ενός πολιτισμού που φτιάχτηκε μόνος του, ακόμα και αν είχε επιρροές από τους γείτονές του τις ενσωμάτωσε πλήρως στις δομές του, ενός πολιτισμού ελάχιστα μεταφυσικού και απολύτως προσγειωμένου σε ό,τι αφορά στα ζητήματα της ζωής.

Γιατί οι Έλληνες ήταν ενορατικοί, από φυσικού τους. Επομένως αν κάποιος ερχόταν και τους περιέγραφε το Όραμα για τον περίλαμπρο Ναό της Πόλης τους, απλώς θα τον άκουγαν προσεκτικά, θα κούναγαν συγκαταβατικά το κεφάλι και θα έλεγαν «Πάλι μίλησαν οι θεοί. Ας τον ακούσουμε, τι έχει να μας πει».

Γιατί οι Έλληνες πίστευαν αυτονοήτως στην καλή τους τύχη, εφόσον βέβαια τα είχαν καλά με τους θεούς. Πράγμα που σήμαινε ότι όταν οι θεοί μιλούσαν, δια στόματος κάποιου από τους συμπολίτες τους πάντα, φρόντιζαν οι ίδιοι να ευθυγραμμιστούν με τις θελήσεις τους, γιατί ποιος δεν χρειάζεται μπόλικη καλή τύχη στην ζωή του; Τόσο απλά.

Γιατί οι Έλληνες ήταν ευφυείς από επιλογή και όχι τυχαία. Ήταν ευφυείς γιατί αγαπούσαν τα έργα της διανοίας, τα δύσκολα έργα που τους διέκριναν από τους βαρβάρους, όπως τα Ομηρικά Έπη και οι τραγωδίες του Σοφοκλή και του Ευριπίδη, τα παρακολουθούσαν και τα φρόντιζαν και όταν αυτά έλειπαν από την Πόλη τους ανησυχούσαν, γιατί κάτι δεν πήγαινε καλά και ηρεμούσαν μόνο όταν μια καινούρια φωνή που προμήνυε ένα μεγάλο Έργο ακουγόταν ξανά ανάμεσά τους».

Αν ζούσε σήμερα ο Σόλωνας, ο Αθηναίος στοχαστής και νομοθέτης θα μας έλεγε: Όλα αυτά είναι το έρεβος και το έρεβος προκαλεί το σκότος, εκείνη δηλαδή την ουσιώδη απομάκρυνση από το φως της διανοίας, που σήμερα ονομάζουμε κατάθλιψη.

Η κατάθλιψη συσκοτίζει την εσωτερική  μας πραγματικότητα, όχι αμέσως, αλλά σταδιακά. Είναι σαν να μειώνεται σταδιακά το φως της μέρας, η νύχτα  δεν έρχεται ποτέ απότομα. Προειδοποιεί. Αν όμως δεν αντιδράσεις, μια μέρα ξυπνάς και το σκότος έχει καλύψει τα πάντα και τότε πια είναι πολύ δύσκολο να κινηθείς, για να το αντιμετωπίσεις.

Μοιάζει τότε ο άνθρωπος με έναν τυφλό, που προσπαθεί να περπατήσει μέσα στα σκοτάδια της εσωτερικής του πραγματικότητας και τραυματίζεται συνεχώς, γιατί δεν βλέπει. Είναι λοιπόν μεγάλη ανάγκη να την προλάβουμε αυτή την κατάσταση και ο μόνος τρόπος για να γίνει αυτό είναι η Αγάπη μας στην Ηθική.

Μια Αγάπη εκπεφρασμένη σε νόμους, υλοποιημένη μέσα από την καθημερινή πρακτική, μια αγάπη που απαιτεί θυσίες, κόπους και βάσανα, γιατί δεν είναι εύκολη, ούτε ανώδυνη, αλλά πότε η Ηθική είναι εύκολη και ανώδυνη; Είναι πάντα δύσκολη και μερικές φορές απροσπέλαστη, πλην όμως είναι απολύτως απαραίτητη και εφικτή».

 

Τα αποσπάσματα προέρχονται από τα βιβλία μου «Η αγάπη που κτίζει Παρθενώνες» και «Η αγάπη των Ελλήνων στην ηθική»