Αρχική Blog Σελίδα 3

Όταν ο άθλος δεν είναι η δύναμη αλλά η υπομονή

 

Σε αυτό το κείμενο η μυθολογία δεν αντιμετωπίζεται ως αφήγηση του παρελθόντος, αλλά ως ζωντανός τόπος σκέψης. Οι άθλοι, οι θεοί και οι ήρωες διαβάζονται ξανά ως φιλοσοφικές δοκιμασίες του ανθρώπου, όπου η δύναμη, η εξουσία, η υπομονή και η ελευθερία αποκτούν σύγχρονο νόημα.

Κάθε κείμενο αποτελεί μια προσπάθεια να μεταφερθεί ο μύθος από το πεδίο της πράξης στο πεδίο του στοχασμού, εκεί όπου ο Ηρακλής δεν είναι μόνο ήρωας, αλλά άνθρωπος που μαθαίνει να περιμένει, να αντέχει και να σέβεται τα όρια της δύναμής του. Γιατί οι αληθινοί άθλοι, τότε και τώρα, δεν κερδίζονται με βία αλλά με σκέψη.

«Όταν ο Ηρακλής έφθασε στο παλάτι του Ευρυσθέα διαπίστωσε ότι είχαν προηγηθεί τα νέα. Τότε κατάλαβε ότι κάτι καινούριο μηχανεύεται ο Ευρυσθέας και οχυρώθηκε νοητικά για να τον αντιμετωπίσει.

Ο Ευρυσθέας εμφανίστηκε με όλες τις τιμές του αξιώματός του. Τον ακολουθούσε ολόκληρη συνοδεία, τον μετέφερε μια άμαξα με δύο ίππους, έναν λευκό και έναν μαύρο, κατέβηκε με μεγαλοπρέπεια από την άμαξά του και κατάφερε να μην πεδικλωθεί στα μεγάλα για το μέγεθός του και πολυτελή ενδύματά του.

Ο Ευρυσθέας ήταν μια καρικατούρα, άσχημος, μισερός, ισχνός στην όψη, μαυριδερός και με ένα μολυσματικό βλέμμα που όταν έπεφτε πάνω σου έλεγες, αυτός είναι έτοιμος να με σκοτώσει και ένοιωθες το προαιώνιο ρίγος που νοιώθει ο άνθρωπος στην ραχοκοκαλιά όταν τον πλησιάζει το Φίδι.

Ο Ηρακλής δεν καταλάβαινε αυτούς τους φόβους, αυτός έβλεπε τον Ευρυσθέα και ήθελε μια ώρα συντομότερα να τελειώσει, να φύγει από κοντά του, τον σιχαινόταν

Ο Ευρυσθέας δεν κοιμήθηκε ένα βράδυ, βασάνιζε το μοχθηρό μυαλό του για να σκεφθεί τρόπους να εξοντώσει τον ήρωά μας.

Πολλές άσκημες σκέψεις κλωθογύρισαν στο μυαλό του και λίγο πριν ξημερώσει το σκοτεινό σχέδιο είχε σχηματιστεί.

Ο Ηρακλής, έλεγε αυτό το σχέδιο, είναι μεγάλος ήρωας, δεν χρειάζεται να το πει κανείς. Το βλέπουν όλοι, διαθέτει ισχυρές σωματικές και πνευματικές δυνάμεις, μια ακλόνητη θέληση για να επιβιώσει και μια αταλάντευτη πίστη ότι θα κάνει τα δικά του έργα. Όλα αυτά τα διαπιστώσαμε. Έχει όμως υπομονή, αντοχή και κουράγιο, τις κατώτερες ψυχικές δυνάμεις που είναι απαραίτητες για τον μόχθο του βίου; Θα του βάλουμε έναν άθλο που θα τον κάνει να δοκιμαστεί άγρια και να τα παρατήσει. Να εγκαταλείψει τον Εαυτό του και ο Δίας να τον εγκαταλείψει. Τότε χωρίς τον ισχυρό θεό στο πλευρό του, θα μείνει λειψός και μόνος, θα περιφέρεται ένα ράκος δύναμης και ισχύος και οι άνθρωποι θα τον περιφρονούν. Τότε και εκείνοι θα εξασθενήσουν γιατί θα χάσουν τον ήρωα που περίμεναν να τους δώσει τα πρότυπά τους. Μη έχοντας πρότυπα θα ακολουθούν εμένα. Θα τους κάνω δυστυχείς και λιπόψυχους. Θα αγωνίζονται όλη μέρα για την επιβίωσή τους και πνευματικός άθλος δεν θα περάσει από το μυαλό τους ότι μπορεί να κάνουν. Τότε θα με λατρεύουν ως θεό, θα λατρεύουν και το είδωλό μου και θα μείνω εγώ αθάνατος και πρότυπο στην ζωή τους.

Θα υποχρεώσω τον Ηρακλή να συλλάβει ζωντανή την μυθική ελαφίνα της θεάς Άρτεμης. Δεν ξέρω αν υπάρχει αυτό το ζώο. Όμως οι πληβείο εδώ γύρω πιστεύουν στην ύπαρξή του.

Πιστεύουν ότι υπάρχει στα δάση και κυκλοφορεί ένα υπέροχο ζώο, με τεράστια κέρατα,  ολόχρυσα άκρα και την τρομερή δύναμη να αντιστέκεται στους ανθρώπους που θέλουν να το συλλάβουν.

Κοντά σε αυτό το ζώο ακούγεται η φωνή της Άρτεμης, διακρίνεται η σκιά της και όπου ακουμπάει η οπλή του ένα καινούριο δέντρο γεννιέται και αναγεννάται το δάσος.

Άκουσε ο Ηρακλής τον άθλο, που ήταν να πιάσει ζωντανό το ελάφι και να το φέρει στον Ευρυσθέα και αυτή την φορά δεν ταράχθηκε καθόλου. Είπε, θα πάω στην Πυθία και εκεί θα δούμε τι θα κάνω.

Θαυμάσια ιδέα, είπε στον Ευρυσθέα. Οι πραγματικοί ήρωες δεν παραπονούνται, ιδίως αν ξέρουν ότι ο θεός τους έδωσε έναν εχθρό τόσο σκοτεινό όσο λαμπεροί είναι εκείνοι, καταλαβαίνουν ότι πρέπει να κάνουν υπομονή μέχρι να τελειώσει το μαρτύριό τους και το τέλος το αποφασίζουν οι θεοί και όχι εκείνοι.

Την τρίτη φορά που ο Ηρακλής πήγε στο Μαντείο, η πύλη ήταν ανοικτή, έλειπαν και τα θηρία, έτσι πήγε ήρεμα στα καταλύματά του που τα γνώριζε πια πολύ καλά, αφού πια θεωρούσε το Μαντείο δικό του σπίτι.

Την άλλη μέρα είδε την Πυθία και κάθισαν να μιλήσουν.

«Το Ελάφι δεν είναι δικό σου Ηρακλή, για να αποφασίσεις εσύ τι θα γίνει. Δεν είναι ούτε του Ευρυσθέα.

Είναι το ζώο το αγαπημένο της θεάς μας, που μόνο εκείνη ξέρει τι θα το κάνει.

Εμείς στους Δελφούς την αγαπάμε την Άρτεμη, είναι η αδερφή του Απόλλωνα, η κυνηγός που βγαίνει τις νύχτες και ημερώνει τα λιοντάρια, τους άγριους πάνθηρες και τις λεοπαρδάλεις, να τις βρούμε εμείς ήρεμες όταν ξημερώσει και να μπορούμε να βγαίνουμε στο δάσος, χωρίς τον κίνδυνο να μας κατασπαράξουν τα άγρια ζώα.

Όπου υπάρχει η Άρτεμη, τα μεγάλα ζώα, οι άγριοι θηρευτές είναι πιο ήρεμοι, πιο συγκαταβατικοί με τους ανθρώπους, μας αφήνουν και εμάς να επιβιώσουμε σαν να είμαστε ένα μικρό ακίνδυνο είδος, σαν το κουνελάκι, ή το ελάφι, που χρειάζεται και αυτό στο δάσος και δεν χρειάζεται να το εξοντώσουν.

Οι μεγάλοι θηρευτές που η Άρτεμη αγαπάει, ζουν εδώ γύρω στο Μαντείο. Είναι μια προστασία αυτή που οι θεοί μας έχουν δώσει, για να μην πλησιάζουν κοντά μας οι άνθρωποι που θέλουν να μας εξοντώσουν. Αυτούς θα τους κατασπαράξουν τα θηρία, εμάς θα μας λυπηθούν και θα αφήσουν να ζήσουμε κοντά τους.

Όπως γνωρίζεις πολύ καλά Ηρακλή, είσαι αγαπημένος του Διός, η Ήρα συμμετέχει πάντα ενεργά στην εκπαίδευσή σου, όμως η Άρτεμη είναι και αυτή θεά και έχει τον δικό της λόγο, οι δικοί μας θεοί δεν πειθαρχούν στις εντολές των ανωτέρων αλλά φροντίζουν πάντα να είναι σε επικοινωνία μεταξύ τους και να συναποφασίζουν.

Ζήτησε λοιπόν εσύ την γνώμη της Άρτεμης για το θρυλικό της ελάφι και οι θεοί θα μαζευτούν και θα συναποφασίσουν τι θα γίνει με την περίπτωσή σου».

 

Το Ελάφι της Άρτεμης: Ο άθλος ως στοχασμός και συναίνεση

Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε που ο Ηρακλής, ο μυθικός ήρωας των Ελλήνων έκανε τους δικούς του άθλους στα δάση της Ελλάδας. Οι άνθρωποι τον ακολούθησαν για να κάνουν και εκείνοι τους δικούς του άθλους και κυρίως για να αποκτήσουν την αισιοδοξία που συνοδεύει κάθε άνθρωπο που δεν τρομάζει μπροστά στις δυστυχίες, ούτε απογοητεύεται μπροστά στις δυσκολίες.

Πέρασαν τα χρόνια, κύλησαν οι αιώνες και ίσως σήμερα να ήρθε πάλι ο καιρός για να αναπολήσουμε τους παλιούς μας άθλους, τότε που ήμασταν άνθρωποι με τόλμη και αφοβία.

Στους αρχαίους αιώνες οι άνθρωποι είχαν τους ήρωες και τους ακολουθούσαν, εμείς σήμερα έχουμε την σκέψη μας, όταν η σκέψη μας είναι δυνατή και ωραία, τότε τίποτα δεν μπορεί να μας φοβίσει.

Αναπολώντας τον Ηρακλή και τους ανθρώπους που τον ακολουθούσαν, έδωσα την δική μου εκδοχή για το Ελάφι της θεάς Άρτεμης, όπως εμείς θα μπορούσαμε να κατανοήσουμε αυτόν τον άθλο.

«Το Ελάφι δεν είναι δικό σου Ηρακλή, για να αποφασίσεις εσύ τι θα γίνει. Δεν είναι ούτε του Ευρυσθέα.

Είναι το ζώο το αγαπημένο της θεάς μας, που μόνο εκείνη ξέρει τι θα το κάνει.

Εμείς στους Δελφούς την αγαπάμε την Άρτεμη, είναι η αδερφή του Απόλλωνα, η κυνηγός που βγαίνει τις νύχτες και ημερώνει τα λιοντάρια, τους άγριους πάνθηρες και τις λεοπαρδάλεις, να τις βρούμε εμείς ήρεμες όταν ξημερώσει και να μπορούμε να βγαίνουμε στο δάσος, χωρίς τον κίνδυνο να μας κατασπαράξουν τα άγρια ζώα.

Όπου υπάρχει η Άρτεμη, τα μεγάλα ζώα, οι άγριοι θηρευτές είναι πιο ήρεμοι, πιο συγκαταβατικοί με τους ανθρώπους, μας αφήνουν και εμάς να επιβιώσουμε σαν να είμαστε ένα μικρό ακίνδυνο είδος, σαν το κουνελάκι, ή το ελάφι, που χρειάζεται και αυτό στο δάσος και δεν χρειάζεται να το εξοντώσουν.

Οι μεγάλοι θηρευτές που η Άρτεμη αγαπάει, ζουν εδώ γύρω στο Μαντείο. Είναι μια προστασία αυτή που οι θεοί μας έχουν δώσει, για να μην πλησιάζουν κοντά μας οι άνθρωποι που θέλουν να μας εξοντώσουν. Αυτούς θα τους κατασπαράξουν τα θηρία, εμάς θα μας λυπηθούν και θα αφήσουν να ζήσουμε κοντά τους.

Όπως γνωρίζεις πολύ καλά Ηρακλή, είσαι αγαπημένος του Διός, η Ήρα συμμετέχει πάντα ενεργά στην εκπαίδευσή σου, όμως η Άρτεμη είναι και αυτή θεά και έχει τον δικό της λόγο, οι δικοί μας θεοί δεν πειθαρχούν στις εντολές των ανωτέρων αλλά φροντίζουν πάντα να είναι σε επικοινωνία μεταξύ τους και να συναποφασίζουν.

Ζήτησε λοιπόν εσύ την γνώμη της Άρτεμης για το θρυλικό της ελάφι και οι θεοί θα μαζευτούν και θα συναποφασίσουν τι θα γίνει με την περίπτωσή σου».

Του άρεσε πολύ του Ηρακλή αυτή η λύση. Αυτός ήταν καλό παιδί και δεν ήθελε να παραβιάζει την βούληση των θεών.

Τι καλύτερο από ένα συμβούλιο των θεών, σκέφθηκε. Θα μαζευτούν οι θεοί και θα αποφασίσουν τι είναι καλύτερο για το ελάφι, για μένα, για τον λαό μας και όλους όσοι θα ακολουθήσουν εμάς και τα πρότυπα τα δικά μας.

Με αυτή την σκέψη αποσύρθηκε ο Ηρακλής για να κοιμηθεί και να ξυπνήσει την άλλη μέρα, βέβαιος ότι θα δει την Άρτεμη στο όνειρό του για να του εξηγήσει τι θα γίνει με το δικό της ελάφι.

Την πρώτη νύχτα δεν ήρθε η Άρτεμη στο όνειρό του. Φαίνεται ότι θα γίνεται ακόμα το συμβούλιο των θεών, σκέφθηκε ο Ηρακλής και δεν έχουν αποφασίσει ακόμα τι θα γίνει.

Έτσι τριγύρισε ευχαριστημένος στα δάση των Δελφών, σίγουρος ότι είχε κάνει, ό,τι έπρεπε να γίνει. Εκεί συνάντησε πολλά ελάφια, ήρεμα τον κοίταζαν μέσα από τους θάμνους, φαίνεται ότι είχαν συνηθίσει στην παρουσία των ανθρώπων και δεν αισθανόντουσαν κίνδυνο να πλησιάζει.

Την δεύτερη νύχτα δεν ήρθε η Άρτεμης στο όνειρό του. Τότε ανησύχησε ο Ηρακλής, οι θεοί δεν αργούν να αποφασίσουν σκέφθηκε. Και τότε κατάλαβε ότι πρέπει να στοχαστεί και αυτός τον άθλο, από την πλευρά του.

Κάθισε λοιπόν σε έναν πλάτανο σκιερό, δίπλα από την Κασταλία και εκεί δίπλα στο κελάρυσμα της ψυχής και το θρόισμα του δάσους, άρχισε να στοχάζεται τον δικό του άθλο.

Πώς να κυνηγήσω το ελάφι; Είναι ένα ζώο θεϊκό που έχει της θεάς Άρτεμης την ορμή, πετάει σαν τον άνεμο, διασχίζει αθόρυβα τα δάση και λίγο το βλέπεις, σαν μια σκιά που με τον άνεμο κινείται.

Δεν θέλω και να το τραυματίσω, γιατί την οργή της θεάς Άρτεμης, της μεγάλης Κυνηγού που είναι κόρη Διός και αδελφή του ισχυρού Απόλλωνα, ποιος θέλει να προκαλέσει;

Επομένως πρέπει να βρω έναν τρόπο να αιχμαλωτίσω το ελάφι, χωρίς να το τραυματίσω ή την θεά Άρτεμη να την θυμώσω.

Ήσυχα έπεσε στην σκιά και άρχισε να ονειρεύεται τον δικό του άθλο. Είδε τον εαυτό του μέσα στο δάσος να βλέπει ένα τεράστιο ελάφι, όμορφο, λαμπερό, πανέμορφο σαν τον ήλιο, να τον κοιτάζει με τα βελούδινα μάτια του και φόβος εκεί μέσα να μην υπάρχει.

Ένοιωσε το θρόισμα του δάσους και τότε κατάλαβε ότι δεν ήταν ένα από τα δάση της δικής του χώρας, μια ενόραση τον έκανε να καταλάβει ότι το δάσος αυτό ήταν στον Βορρά και τον βορρά έπρεπε να ακολουθήσει.

Ένοιωσε τον εαυτό του ξανά και τότε αισθάνθηκε την Άρτεμη να βρίσκεται κοντά του, λίγο πιο πίσω από τα δεξί του χέρι. Ένοιωσε και την Πυθία να παρακολουθεί από απόσταση και τότε ένας λαμπρός ήλιος έριξε τις ακτίνες του μέσα από τον θόλο του δάσους και σε μια στιγμή ο Ηρακλής κατάλαβε τι πρέπει να κάνει.

Όταν συνήλθε από τον στοχασμό του κατάλαβε ότι πρέπει να ακολουθήσει το ελάφι που θα του στείλει η θεά, να τρέχει πίσω του, να ιχνηλατεί, να υπομένει καρτερικά την αναμονή, να κινείται συνεχώς και να σταματάει μόνο όταν ο πόνος και η κούραση τον καταβάλει και το σώμα του ζητάει λίγες ανέσεις. Τότε, σε κάποια στιγμή, σε κάποιο δάσος του Βορρά η θεά θα θελήσει να σταματήσει το ελάφι και να το αιχμαλωτίσει.

Ήταν ένα πολύ αισιόδοξο σχέδιο, όμως μόνο τέτοια σχέδια ήξερε ο Ηρακλής να κάνει».

Από το βιβλίο μου Οι περιπέτειες του Ηρακλή στον σύγχρονο κόσμο

Γνώθι Σαυτόν: Η Τέχνη της Διάκρισης στη Σύγχρονη Ζωή

Πολλές φορές στην ζωή μας αναρωτηθήκαμε γιατί παρά τις προσπάθειές μας, δεν φαίνεται να ομαλοποιείται η ζωή μας, να πηγαίνει στις κατευθύνσεις που θέλουμε να πάει και εμείς να έχουμε ηρεμία.

Συνεχίζουμε να προσπαθούμε σε συγκεκριμένες κατευθύνσεις, θέτουμε έναν στόχο και προσπαθούμε να τον επιτύχουμε, σαν να είμαστε έμπειροι ορειβάτες που θέλουμε να κατακτήσουμε τις κορυφές ενός βουνού. Όμως η ζωή δεν είναι βουνό και δυστυχώς κορυφές δεν έχει, για να τις δούμε και να αποφασίσουμε ότι αυτές πρέπει να κατακτήσουμε και να προετοιμαστούμε για να γίνει αυτό.

Η ζωή μας είναι ένας απέραντος τόπος με πολλές ευκαιρίες, για να πλοηγηθούμε σε αυτόν τον τόπο χρειάζεται η διάκριση.

Η διάκριση πρέπει να είναι ο πλοηγός μας στην εποχή που ζούμε, ό,τι φαίνεται ωραίο μπορεί να μην είναι, ή να μην είναι κατάλληλο για εμάς, ό,τι φαίνεται εύκολο μπορεί να κρύβει παγίδες και ό,τι είναι δύσκολο μπορεί να μας προκαλεί άγχος.

Όμως, ίσως θα πρέπει να επιχειρήσουμε κάτι δύσκολο, ακόμα και αν στην αρχή μας φαίνεται ακατόρθωτο, σταδιακά μπορεί να αποδειχθεί ότι είναι κάτι ωραίο που πρέπει να το έχουμε στην ζωή μας.

Παράλληλα, αυτό που φαίνεται εύκολο, ίσως θα πρέπει να το αποφύγουμε, γιατί είναι η εύκολη αρχή ενός δρόμου που οδηγεί σε παγίδες, από εκείνες, που αν πέσεις δεν μπορείς πια να σηκωθείς, ή  θα σηκωθείς με μεγάλη προσπάθεια.

Η διάκριση είναι κάτι που λείπει σήμερα από την ζωή μας, κανείς δεν μας διδάσκει προς αυτήν, αντίθετα, διάφορες καταστάσεις μας προτρέπουν να ακολουθήσουμε τους εύκολους δρόμους που καταλήγουν σε παγίδες.

Η ζωή είναι ένα ωραίο ταξίδι, που θέλουμε πολύ να το ζήσουμε, να βιώσουμε την ζωή μας σαν ένα ωραίο ταξίδι που θα μας φέρει σε επαφή με πολλές εμπειρίες. Στο ταξίδι αυτό, αν θέλουμε να είναι ωραίο, πρέπει να έχουμε μαζί την διάκρισή μας.

Θέλουμε σταδιακά να επιτύχουμε να διακρίνουμε όχι μόνο την αρχή, αλλά και το τέλος ενός δρόμου. Η αρχή μπορεί να είναι ευχάριστη, ή ωραία, ή ελκυστική, αλλά αυτό μπορεί να είναι μόνο μια πρώτη πύλη, μια πύλη που αν την περάσουμε, μετά θα βρεθούμε σε δύσκολες καταστάσεις..

Αυτό που ονομάζουμε διάκριση είναι πράγματι μια ανώτερη ιδιότητα της διανοίας, χρειάζεται την διαίσθηση, την γνώση και την αλήθεια για να λειτουργήσει. Όπως πάντα ξεκινάμε από την αλήθεια, την αλήθεια πρέπει να μάθουμε για τον εαυτό μας, ποιοι είμαστε, πού πηγαίνουμε, ποιος είναι ο σκοπός της ζωής μας, τι μας αρέσει να κάνουμε και είναι ωραίο, τι μας αρέσει και κρύβει κινδύνους.

Αν δεν θέλουμε να μάθουμε την αλήθεια για τον εαυτό μας, τότε δεν μπορεί να αναπτυχθεί η διάκριση, δεν έχει ρίζα.

Αν θέλουμε η ζωή μας να είναι ωραία πρέπει να μάθουμε την αλήθεια για τον εαυτό μας, να του επιτρέψουμε να ακουστεί στην ζωή μας, να μιλήσει με τον δικό του τρόπο και να ακούσουμε την φωνή του πρώτοι εμείς και μετά οι άλλοι.

Ο εαυτός του ανθρώπου είναι ωραίος, έχει μεγάλα πνευματικά χαρίσματα μεγάλα και κυρίως έχει την δύναμη να επηρεάζει τη ζωή μας και να αλλάζει γύρω μας τις καταστάσεις.

Όταν είμαστε συντονισμένοι με τον εαυτό μας, τότε η ζωή μας γίνεται ωραία, γιατί οι συνθήκες που θέλουν να μας δυσκολέψουν μετριάζονται, ενώ αντίθετα αυξάνονται οι συνθήκες που θέλουν να μας βοηθήσουν.

Οι αρχαίοι Έλληνες, που ήταν σοφοί, ήξεραν τις δυνάμεις που κατέχει ο εαυτός, για αυτό έλεγαν πάντα Γνώθι σαυτόν, Γνώρισε τον εαυτό σου γιατί αυτός έχει τι δυνάμεις να σε ελευθερώσει από την αμάθεια, την απρονοησία, την απερισκεψία και να σου δώσει την δύναμη να αντιστέκεσαι σε αυτό που είναι εύκολο, αλλά οδηγεί σε κινδύνους.

Έλληνες είμαστε και εμείς, μιλάμε αυτήν υπέροχη Ελληνική γλώσσα, που έδωσε τόσα έργα στην οικουμένη. Και μόνο για αυτόν τον λόγο, επειδή γνωρίζουμε πώς να επικοινωνούμε τις σκέψεις μας σε μια τόσο πλούσια γλώσσας, μπορούμε να βρούμε μέσα μας τον εαυτό μας, αρκεί λίγο να τον αναζητήσουμε και να καταλάβουμε ότι η ύπαρξή του μόνο ευτυχία θα φέρει στην ζωή μας.

Η διάκριση που συνοδεύει τον εαυτό μας, θα μας προστατέψει από τις κακουχίες και θα φέρει τις καλές συγκυρίες που θα μας επιτρέψουν να ζήσουμε μια ζωή ωραία.

 

 

 

Οι περιπέτειες του Περσέα

Ο άνθρωπος έχει αγάπη για τα ζώα. Θέλει να τα φροντίσει και αναγνωρίζει σε αυτά ένα στοιχείο που στην κοινωνία μας έχει εκλείψει, την αγάπη. Είναι ιδιόμορφη η αγάπη που μας δείχνουν τα ζώα, μπορεί και αυτή να στηρίζεται σε κάποιου είδους συμφέρον, όμως εκείνο που δείχνουν, αυτό υπάρχει. Δεν μας παραπλανούν.

Αναπολώντας την ενηλικίωση του Περσέα, του μεγάλου αρχετυπικού ήρωα των Ελλήνων, κατάλαβα ότι από μικρός θα είχε βρει τον τρόπο να εκδηλώνει την μεγάλη αγάπη που διακρίνει τους ήρωες των Ελλήνων προς όποιον αξίζει να έχει την φροντίδα και την προσοχή τους.

«Ο Περσέας υποδέχθηκε το σκυλί και ασχολήθηκε αμέσως να το θεραπεύσει. Του έδωσε τροφή και νερό και προσπάθησε να το χαϊδέψει για να το ανακουφίσει ακόμα παραπάνω. Όμως, στην αρχή το σκυλί δεν ήταν δεκτικό στα χάδια, η συμπεριφορά των ανθρώπων το είχε τρομάξει. Είχε ένα αυτί κομμένο από κάποιο μαχαίρι, το τρίχωμά του ήταν θαμπό από την αδυναμία και παλιές πληγές διακρινόντουσαν πάνω στο δικό του σώμα.

Όμως, σιγά σιγά, κατάφερε ο Περσέας να το δυναμώσει, να επουλωθούν τις πληγές του και ξαφνικά μια μέρα ξύπνησε και είδε δίπλα του σκύλο, σωστό θηρίο, με στιλπνό τρίχωμα και υγρή μουσούδα. Χάρηκε ο Περσέας. Ο σκύλος ήταν το πρώτο πλάσμα που είχε κατορθώσει να βοηθήσει αποκλειστικά με τις δικές του δυνάμεις και χωρίς να στηριχθεί σε κανέναν άλλον. Είναι ένα στοιχείο ενηλικίωσης και αυτό. Όταν ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται ότι μπορεί να βοηθήσει τον άλλον, με τις δικές του δυνάμεις και την αγάπη που μπορεί να δείξει, τότε έχει κάνει ένα βήμα προς την ενηλικίωσή του.

Ο Περσέας με τον σκύλο συντροφιά του, άρχισε να εξερευνά για πρώτη φορά το νησί. Κινήθηκε στην αρχή γύρω από τον μικρό οικισμό των ψαράδων, κοντά στον οποίο είχε μεγαλώσει και τα είδε όλα από την αρχή. Τα δίκτυα, τις μικρές βάρκες, τις άτεχνες καλύβες τους, τον καπνό από τις εστίες, τον μικρό φράκτη γύρω από το χωριό τους και την θάλασσα μακριά που τους έδινε την τροφή τους. Γρήγορα βαρέθηκε και άρχισε να απομακρύνεται, αναζητώντας κάτι να του ξυπνήσει το ενδιαφέρον.

Μια μέρα αφού περπάτησε πολύ και απομακρύνθηκε από τον οικισμό του, είδε κάτι από μακριά που έμοιαζε ενδιαφέρον. Ήταν μια αρκετά μεγάλη πόλη, με ένα γερό λιμάνι, πετρόκτιστα σπίτια και μια μεγάλη πλατεία όπου νεαροί άνδρες έκαναν ασκήσεις με όπλα που ο Περσέας θαύμασε. Είχαν σπαθιά, μεγάλες ασπίδες, τόξα και βέλη, μακριά δόρατα και γερές περικεφαλαίες.

Ο Περσέας έμεινε ώρα πολλή να τους κοιτάζει, χωμένος μέσα στο πλήθος και ανακάλυψε ότι κάτι μέσα του, μια ιδιαίτερη ορμή τον έσπρωχνε να μάθει και αυτός τα όπλα. Παραξενεύτηκε γιατί τέτοιο ενδιαφέρον δεν είχε μέχρι στιγμής εκδηλώσει. Πήρε τον Άργο, και έφυγαν από εκεί. Δεν είπε σε κανέναν για την εμπειρία του αυτή και το πάθος για την μάχη που ξύπνησε στα σωθικά του η θέα των όπλων.

Την επόμενη μέρα έφυγε πάλι με το σκυλί και επέστρεψε στην πλατεία. ‘Ηθελε ξανά να δει τους άντρες με τα όπλα και ένοιωσε πάλι ότι θέλει και αυτός να πολεμήσει και να νικήσει.

Την τρίτη μέρα το πρωί, πριν ξεκινήσει είπε στην μάνα του: «Πηγαίνω σε μια μεγάλη πόλη για να δω τους άντρες με τα όπλα. Μου αρέσουν οι κινήσεις τους και ξέρω ότι πρέπει να ετοιμάζομαι και εγώ για μάχη». Δεν είπε τίποτα άλλο και έφυγε.

Ήταν πάντα λιγόλογο παιδί και μετρημένο».

 

 

Η Ηθική του Ανθρώπου ως παράγοντας δύναμης και σθένους

Σήμερα θα μιλήσουμε για ένα βιβλίο. Είναι ένα βιβλίο που μας βοηθάει να βρούμε το θάρρος και την δύναμη για να αντιμετωπίσουμε την ζωή μας ως έχει και να την αλλάξουμε.

Πάντα ο άνθρωπος προσπαθεί να αλλάξει την ζωή του, είναι φυσικό αυτό και είναι μέρος της εξέλιξής του, αν δεν αλλάξεις την ζωή που ζεις και δεν σου αρέσει, τότε μπορείς να κάνεις λίγα πράγματα ή και τίποτα.

Το ήθος είναι μια λέξη θεϊκής προέλευσης. Για τους αρχαίους Έλληνες ο Θεός ήταν η δύναμη που κρυβόταν πίσω από τα πάντα, από τα μικρά στοιχεία της ύπαρξής τους μέχρι τις εσχατιές του σύμπαντος, πίστευαν ότι υπάρχει Θεός και Θεός είναι τα πάντα.

Βέβαια για να μπορέσουν οι αρχαίοι Έλληνες να επικοινωνήσουν με τον Θεό, οι θεοί τους έμοιαζαν με τους ανθρώπους, μιλούσαν με τους ανθρώπους και τους αναβάθμιζαν με την επικοινωνία τους.

Η επικοινωνία των  θεών με τους ανθρώπους, ονομάστηκε εαυτός και ήταν εαυτός το ήθος που διαπερνούσε τους ανθρώπους κάθε φορά που είχαν μια επικοινωνία με τον εαυτό τους και ήταν σωστή αυτή η επικοινωνία.

Τα χρόνια πέρασαν, κύλησαν οι αιώνες και το ήθος των Ελλήνων χάθηκε, έσβησε από την ζωή μας και η ζωή μας άρχισε να κυλάει κατά τα ήθη άλλων που ήταν πολύ πιο γήινοι από τους Έλληνες και πιο χωμάτινοι.

Προσαρμοστήκαμε αρκετά, αλλά τώρα αυτό πια δεν φτάνει, αν έχουμε μια αναζήτηση μέσα μας για αυτό που είναι σημαντικό στην ζωή, για μια ζωή που μπορεί να είναι ωραία για εμάς και τις πράξεις μας, για τα έργα και τις ιδέες μας, τότε πολύ απλά αναζητάμε το ήθος.

Η Ηθική του Ανθρώπου είναι ένα βιβλίο μου που εκδόθηκε πρόσφατα. Εκεί προσπάθησα να περιλάβω όλες τις αξίες που είχαν οι Έλληνες και οι αξίες συγκροτούσαν το δικό τους Ήθος, ένα ήθος μεγάλο που περιλάμβανε θεούς και ανθρώπους, τον άνθρωπο που αγωνίζεται να βρει τον δρόμο του στην ζωή και τους ανθρώπους που αγωνίζονται να φτιάξουν μια καλή κοινωνία.

Ο άνθρωπος ζει και εργάζεται σε δέκα διαστάσεις, αυτό μας λέει το βιβλίο, αν εμείς εγκλωβιστούμε στις κατώτερες διαστάσεις της καθημερινότητάς μας, τότε χάνεται το ήθος, χάνεται η επικοινωνία που είναι ο εαυτός μας.

Ο σκοπός μας είναι να συνδεθούμε με τις ανώτερες διαστάσεις της δημιουργίας, εκεί όπου υπάρχει άφθονο το ήθος, εκεί όπου είναι αυτονόητο το ήθος και διαπνέει όλες τις σκέψεις.

Η σύνδεση με τις ανώτερες διαστάσεις, μας επιτρέπει να είμαστε συνδεδεμένοι με τον εαυτό μας, με τις ωραίες δυνάμεις της ύπαρξής μας και με αυτή την δύναμη που έχουμε μέσα μας και μας σπρώχνει να κάνουμε καλά έργα.

Όταν ο άνθρωπος ευθυγραμμιστεί με τον εαυτό του, τότε μόνο καλά έργα μπορεί να κάνει, γιατί οι σκέψεις που έρχονται στο μυαλό του είναι καλές σκέψεις, είναι ωραίες σκέψεις για εκείνον και για τους άλλους γύρω του που έχουν και αυτοί το ήθος.

Το βιβλίο μας καθοδηγεί να ανακαλύψουμε το ήθος μέσα μας, να βρούμε τον εαυτό μας και τότε οι δυνάμεις που χρειάζονται για την ζωή μας, θα είναι αυτονόητα δικές μας, θα έχουμε θάρρος για την ζωή, διάθεση να δημιουργήσουμε τα δικά μας έργα και να υποστηρίξουμε τις δικές μας απόψεις που θα περιέχουν το δικό μας ήθος.

Ήθος και θεός, ακούγονται ίδιες αυτές οι λέξεις και ίσως οι Έλληνες τις δημιούργησαν τότε παλιά, στην άκρη των αιώνων για να δείξουν ότι ο άνθρωπος είναι ένας μικρός θεός, έχει μέσα του τις θεϊκές δυνάμεις, μπορεί να δημιουργήσει τους δικούς του κόσμους και οι κόσμοι αυτοί να είναι ωραίοι.

 

Η ψυχή του ανθρώπου φωτίζει τα σκοτάδια

Όταν αναπολούσα τις περιπέτειες του Ομήρου, που κάποια μέρα θα γινόταν ο μεγάλος ποιητής και δάσκαλός μας, κατάλαβα ότι πολλά από αυτά που συμβαίνουν σήμερα, δεν είναι πρωτόγνωρα, γιατί ο άνθρωπος δεν είναι πρωτόγνωρος.

Όσα έχουν συμβεί στο παρελθόν θα επαναληφθούν, γιατί είναι μνήμες και οι μνήμες δίνουν γνώση. Ο άνθρωπος είναι φορέας του μέλλοντός του και δημιουργός.

«Ο λοιμός ήρθε στην πόλη μια μέρα που ένα καράβι από την Αίγυπτο ξεφόρτωνε το βαρύ του φορτίο στην προβλήτα. Λένε ότι δέκα ναυτικοί πέθαναν σε αυτό το καράβι και αν ο έμπορος δεν ήταν τόσο παραδόπιστος, θα είχε φύγει ή θα είχε μείνει στα ανοιχτά χωρίς να πλησιάσει στο λιμάνι. Όμως ήρθαν και μέσα σε λίγες μέρες ο λοιμός άρχισε να διασκορπίζεται στην πόλη.

Τότε ο Όμηρος έλειπε σε ένα από τα μακρινά του ταξίδια ονειρευόταν καθιστός στην πρύμνη και ρέμβαζε στην πλώρη. Μια ανησυχία τον διακατείχε αναίτια και αυτό ήταν προμήνυμα ότι ίσως κάτι κακό συνέβαινε στην πόλη του, ίσως κάτι κακό συνέβαινε στην οικογένειά του. Όπως έκανε πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις έβγαλε το λυχνάρι του τοποθέτησε σε αυτό ακριβό θυμίαμα και μέσα στα αρώματα του θυμιάματος προσευχήθηκε τρεις ώρες. Έταξε στους θεούς ό,τι είχε και δεν είχε προκειμένου να κρατήσουν ασφαλή την πόλη και την οικογένειά του. Κυρίως τους υποσχέθηκε πως αν όλα πάνε καλά και το θέλουν εκείνοι, θα καθίσει με προσοχή να καταγράψει τα οράματα που του δίνουν, να τα δουν και άλλοι άνθρωποι μέσα από τα δικά του μάτια και να φωτιστούν και εκείνοι.

Η Θέτις μόλις πληροφορήθηκε ότι υπάρχει λοιμός στην πόλη, έδρασε αμέσως. Μάζεψε τα παιδιά της και τους είπε να περιοριστούν στο σπίτι και την αγροικία. Νερό να πίνουν μόνο από τις καθαρές πηγές και να το βράζουν καλά πριν να το καταναλώσουν. Να έχουν τα χέρια τους καθαρά και να απλώνουν κάθε μέρα τα ρούχα και τα στρωσίδια τους σε σχοινιά στον ήλιο και στον καθαρό αέρα.

Καθάρισαν καλά όλο το σπίτι και έπλυναν το κατώφλι με πυκνό ξύδι. Άναψαν τα θυμιάματα στους λύχνους να καίνε όλη μέρα και είπαν στον Αχιλλέα ότι δεν θα ξαναδεί τον Μέντορα και την Σχολή του, μέχρι να περάσει η αρρώστια.

Ο Αχιλλέας αποδέχθηκε τα νέα με αξιοσημείωτη ψυχραιμία. «Μην φοβάσαι μητέρα, θα ζήσουμε. Θα είμαστε καλά και θα είμαστε όλοι μαζί όταν γυρίσει ο πατέρας. Το έχω δει στον ύπνο μου και ήξερα ότι θα έρθει αυτή η μέρα που η πόλη μας θα κινδυνεύσει. Η πόλη μας θα σωθεί και ο Μέντορας θα σωθεί και η σχολή μου το ίδιο. Πρέπει να δείξουμε δύναμη, υπομονή και αντοχή. Όλα καλά θα πάνε».

Τότε έμαθε ο Αχιλλέας την αξία της υπομονής που αναπτύσσει ο άνθρωπος όταν δεν έχει κάτι άλλο να κάνει. Η υπομονή δεν τον κατέβαλε, αντίθετα του έδωσε περισσότερο θάρρος γιατί ανακάλυψε ακόμα περισσότερο την αξία της συντροφιάς που είχε με τον εαυτό του και την εμπλούτιζε κάθε μέρα.

Φρόντιζε πάντα να είναι απασχολημένος. Βοηθούσε την Θέτιδα και τις αδελφές σε όλες τις δουλειές της αγροικίας και όταν τελείωνε τον καθημερινό μόχθο, έφευγε σε μακρινούς περιπάτους με το σκυλί του.

Σε έναν από αυτούς τους περιπάτους νόμισε ότι είδε με την άκρη του ματιού του την θεά Αθηνά να τον παρατηρεί από το ύψωμα ενός μικρού λόφου, όταν όμως έστρεψε να την κοιτάξει, εκείνη δεν ήταν πια εκεί.

Τότε κατάλαβε ότι οι θεοί ήταν μαζί του, για αυτό και ένοιωθε αυτή την αφύσικη ηρεμία, ενώ μεγάλος κίνδυνος τους απειλούσε όλους και εκείνος δεν μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο από το να βρίσκεται κλεισμένος στην αγροικία και να βοηθάει στις εργασίες.

Κατάλαβε, πράγμα που τον καθησύχασε πολύ, ότι οι θεοί είναι μαζί σου, επειδή είσαι αυτός που είσαι και τους τιμάς με την ζωή σου. Οι θεοί δεν βρίσκονται εκεί που λάμπει ο χρυσός αλλά εκεί που η ψυχή του ανθρώπου φωτίζει τα σκοτάδια».

 

Πώς θα ενθαρρύνω τον εαυτό μου για να πάρει καλές αποφάσεις

Υπάρχουν μέρες που είναι δύσκολες και άλλες που είναι όμορφες, πολλές φορές δεν είναι η εξωτερική πραγματικότητα που ορίζει την ομορφιά ή την δυσκολία, αλλά μια δύναμη που έχουμε μέσα μας και ονομάζεται διάνοια.

Η διάνοια ορίζει την εσωτερική μας πραγματικότητα, χάρη σε αυτήν, μπορούμε να νικήσουμε τις εξωτερικές δυσκολίες και να αφήσουμε ένα αποτύπωμα στην ζωή που είναι ωραίο.

Πολλές φορές οι αποφάσεις μας τρομάζουν, αναλογιζόμαστε τις συνέπειες και παγώνουμε από τον τρόμο.

Όμως, ποιος μας διαβεβαιώνει ότι η εκτίμησή μας για τις συνέπειες των αποφάσεών μας είναι σωστή; Κανείς δεν μπορεί να μας διαβεβαιώσει, γιατί οι συνθήκες αλλάζουν και μια απόφαση που ήταν σωστή πριν από κάποια χρόνια, μπορεί σήμερα να είναι τελείως λάθος.

Η διάνοιά μας δεν έχει τέτοια προβλήματα, εκείνη μπορεί να δει το μέλλον και σε έναν βαθμό το γνωρίζει.

Η διάνοια είναι μια ιδιότητα που οι αρχαίοι Έλληνες είχαν ανακαλύψει και προσπαθούσαν να την τονώσουν στα δικά τους έργα, γιατί ο άνθρωπος πρέπει να τροφοδοτεί την διάνοιά του με την δική του έρευνα, με τις δικές του ιδέες, με την δική του ανώτερη σκέψη.

Όταν η διάνοιά μας κοιτάζει το μέλλον, εμείς πρέπει να είμαστε ήσυχοι, να ζούμε ήσυχες ώρες και να περιμένουμε να καταλήξει σε συμπεράσματα η διάνοιά μας και να μας δώσει τις ενοράσεις.

Η διάνοια δίνει θάρρος στις αποφάσεις μας, γιατί βλέπουμε μακριά, βλέπουμε το μέλλον και αυτή η όραση μας δίνει την σιγουριά που χρειαζόμαστε για να αποφασίσουμε.

Το μέλλον μπορεί να είναι ωραίο, η ζωή μας μπορεί να είναι ωραία, αρκεί να εμπιστευθούμε τις δυνάμεις της διανοίας μας και να τις αφήσουμε να υπάρχουν στην ζωή μας.

 

 

Πώς μπορώ να αντιμετωπίσω τους φόβους και τις ανασφάλειες

Είναι φυσικό να είμαστε ανασφαλείς, ζούμε σε μια εποχή που δεν την καταλαβαίνουμε, γιατί οι αναμνήσεις μας από άλλες εποχές μαρτυρούν ότι ο άνθρωπος θέλει να είναι φίλος με τον άλλον άνθρωπο, θέλει να έχει την υγεία του και να επιδιώκει το καλό για όλους όσοι τον ενδιαφέρουν.

Σήμερα ο άνθρωπος συστηματικά καταστρέφει τον εαυτό του, με ανούσιες και υπερβολικές διασκεδάσεις, με διάφορες ουσίες που καταναλώνει και με μια αδιαφορία που δείχνει για όσα τον συγκινούν και τον ενδιαφέρουν, σαν να μην πρέπει να τα καταλαβαίνει.

Πράγματι η εποχή μας έχει πολλά ερεθίσματα, όλα υπάρχουν εκεί για να μας εντυπωσιάσουν, για να μας τραβήξουν την προσοχή και για να μας απομακρύνουν από τον εαυτό μας.

Όταν απομακρυνόμαστε από τον εαυτό μας, τότε νοιώθουμε φόβους και ανασφάλειες. Αυτό είναι το θέμα της σημερινής μας συζήτησης.

Ο άνθρωπος αναπτύχθηκε μέσα από τα δάση, μάλλον εκεί έζησε για πρώτη φορά το ανθρώπινο είδος και είδε ότι πρέπει να αναπτυχθεί και να βελτιώσει την ζωή του. Το είδε αυτό γιατί οι άνθρωποι επικοινωνούσαν με τον εαυτό τους.

Αν έμεναν στους φόβους που τους δημιουργούσε η τότε ζωή και στους τεράστιους κινδύνους για την επιβίωσή τους, τότε το είδος μας θα είχε αφανιστεί. Ο φόβος αφανίζει το ανθρώπινο είδος.

Ο άνθρωπος είναι πλασμένος για να κοιτάει ψηλά, αυτό λέει και η λέξη, ως έννοια ο άνθρωπος είναι εκείνος που κοιτάζει ψηλά και θέλει να φτάσει στους ουρανούς με την νόηση του.

Άνω θρώσκω, δύο πολύ ωραίες λέξεις που ανοίγουν δύο υπέροχους κόσμους, ο ένας είναι ο κόσμος των ουρανών και των ανώτερων πνευμάτων και ο άλλος είναι ο κόσμος του ανθρώπου μέσα στον οποία γίνεται μια κοσμογονία για να αλλάξει ο άνθρωπος και να ζήσει μια καλή ζωή.

Σήμερα έχουμε λησμονήσει την έννοια του άνω θρώσκω, ευτυχώς όμως δεν μπορούμε να λησμονήσουμε τον άνθρωπο, γιατί υπάρχει γύρω μας ο πολιτισμός του ανθρώπου για να μας τον θυμίζει.

Υπάρχουν έργα πολιτισμού, υπάρχουν βιβλία, κυρίως όμως υπάρχει ζωντανή η νόηση των ανθρώπων που προσπάθησαν να βγουν από το σκοτάδι και μετά να γυρίσουν και να βοηθήσουν το δικό τους είδος να αναπτυχθεί και να μεγαλώσει.

Το σπήλαιο του Πλάτωνα είναι μια θαυμάσια ιστορία των γενναίων ανθρώπων που δεν φοβήθηκαν το σκοτάδι.

Λέει αυτή η ιστορία πως οι άνθρωποι ζούσαν κάποτε δεσμώτες μέσα σε μια σκοτεινή σπηλιά που την φώτιζε μόνο το φως κάποιων πυρσών.

Το φως των πυρσών δημιουργούσε σκιές στους τοίχους της σπηλιάς και οι άνθρωποι βλέποντας τις παραμορφωτικές φιγούρες, νόμιζαν ότι έβλεπαν τέρατα και τις ψυχές τους τις καθήλωνε ο φόβος.

Ο φόβος τους εμπόδιζε να κινηθούν, μέχρις ότου κάποιος από αυτούς κατάφερε να βγει από την σπηλιά και να βρει το φως του ήλιου, να δει πώς έμοιαζε ο κόσμος πραγματικά, να φύγει από το σκοτάδι και ο φόβος να εγκαταλείψει την ψυχή του.

Τότε αυτός ο άνθρωπος που είχε γίνει γενναίος, γύριζε πίσω στην σπηλιά για να βοηθήσει εκείνους που ήταν ακόμα δεσμώτες του δικού τους φόβου.

Το πλατωνικό σπήλαιο είναι μια θαυμάσια ιστορία που μπορεί ακόμα να μας εμπνέει και να μας δίνει θάρρος, όταν αναίτια ο φόβος κυκλώνει την ψυχή μας.

Είναι φόβος για πράγματα που δεν είναι υπαρκτά και η έλλειψη συγκέντρωσης στον εαυτό μας, τα διογκώνει στον νου μας και τους δίνει πραγματική υπόσταση με την μορφή του φόβου.

Όταν απομακρυνόμαστε από τον εαυτό μας, τότε νοιώθουμε παράλογους φόβους και ανασφάλειες. Όταν είμαστε κοντά στον εαυτό μας, τότε μας επισκέπτονται οι αρετές του θάρρους και η ψυχή μας θωρακίζεται απέναντι στους φόβους.

 

Η αξία της “Ηθικής του Ανθρώπου”

Η Ηθική στις δέκα διαστάσεις είναι ένα βιβλίο που περιγράφει την μέθοδο για να είμαστε καλά με τον εαυτό μας, με τις ψυχή μας και με τις πνευματικές μας δυνάμεις.

Σε αυτόν τον κόσμο της ύλης που ζούμε, έχουμε γίνει και εμείς προϊόντα, είμαστε αυτό που φαίνεται και αυτό που δείχνει το βιογραφικό μας, τίποτα παραπάνω ή τίποτα λιγότερο από ένα βιογραφικό σημείωμα.

Ο άνθρωπος όμως είναι μεγάλος, δεν χωράει μέσα στην ύλη και αν αυτό το καταλάβουμε, έχει καλώς, αν δεν το καταλάβουμε, τότε υπάρχει πρόβλημα.

Ύλη είναι σήμερα και η εργασία που κάνουμε, τυποποιημένα τα επαγγέλματά μας και ακίνητη η εξέλιξή μας, περιμένουμε να κινηθεί η τεχνολογία για να κινηθούμε και εμείς, ή να γίνει κάτι και να μας συνταράξει. Και τότε έρχεται και μας συνταράσσει η αρρώστια.

Ένα ον πνευματικό όπως είναι ο άνθρωπος, που έχει ψυχή, έχει και σώμα, χρειάζεται πολλά για να είναι εντάξει, για να κυλάει η ζωή του μέσα στην υγεία και για είναι εκείνος ικανοποιημένος από την ζωή του.

Σήμερα περιμένουμε να είναι οι άλλοι ικανοποιημένοι από εμάς, τον εαυτό μας δεν τον κοιτάμε, δεν κάνουμε αυτά που νοιώθουμε και μονίμως είμαστε καθυστερημένοι σε σχέση με αυτά που θα έπρεπε ήδη να έχουμε κάνει.

Αυτή η απόσταση από τον εαυτό μας κοστίζει, σε θλίψη, σε απομόνωση, σε συρρίκνωση των ονείρων μας, αυτό είναι το κόστος όταν ζούμε μέσα στην ύλη και αγνοούμε τον εαυτό μας.

Το βιβλίο Η Ηθική του Ανθρώπου αποκαθιστά την πίστη μας στις ανώτερες δυνάμεις του ανθρώπου, στην θεϊκότητά του και στην ικανότητά του να αναγεννάται, κυρίως σε αυτήν.

Ο άνθρωπος είναι ένα ον που αναγεννάται, τακτικά και συστηματικά, ο άνθρωπος ποθεί και επιδιώκει την αναγέννησή του, που είναι εφικτή, αρκεί να υπάρχει και η κατάλληλη μέθοδος.

Οι θαυμαστές περιπέτειες του Ομήρου

Ό Όμηρος ζήτησε να μείνει λίγες μέρες στο ιερό έως ότου εξαγνιστεί και του δείξουν οι θεοί ότι είναι έτοιμος να συνεχίσει τον δρόμο του όποιος και αν ήταν αυτός.

Ήταν ένα ωραίο ιερό, κτισμένο σε ένα ύψωμα με βαθύσκια πλατάνια και πηγές. Πέρα μακριά φαινόντουσαν τα παράλια της Μικράς Ασίας και στο βάθος τα νησιά του Αιγαίου πελάγους. Μπορούσες ήρεμα να ρεμβάσεις εκεί, χωρίς να σε αποσπά η ταραχή της θάλασσας ή ο μόχθος των ανθρώπων, η καθημερινή τους απόγνωση και ο ατελέσφορος βίος που ζούσαν ορισμένοι.

Πήγαινε ο Όμηρος εκεί και καθόταν σε ένα πέτρινο κάθισμα μόνος του για να κοιτάζει ήρεμα την ζωή από μακριά, χωρίς να συμμετέχει. Όταν ο άνθρωπος ρεμβάζει συστηματικά και έχει την σκέψη του προσηλωμένη στους θεούς, τότε έρχονται οι θεοί και τον συναντάνε. Είναι σαν να ανοίγει με την σμίλη του ένα ουράνιο μονοπάτι που συνδέει τον τόπο που είναι εκείνος με τον τόπο που είναι οι θεοί και σε εκείνο το μονοπάτι ανεβαίνει εκείνος αρκετά, τόσο όσο χρειάζεται για να συναντήσει τους θεούς που κατεβαίνουν.

Μια μέρα ήρθε και κάθισε δίπλα του ένας γέροντας, άγνωστος, δεν ήξερε από πού ήρθε ή τι έκανε εκεί. Έμοιαζε με τον Μέντορα, τον σοφό δάσκαλο του Αχιλλέα.

«Τι κάνεις εδώ πέρα μόνος σου Όμηρε; Τι απασχολεί τους λογισμούς σου; Γιατί χρειάζεσαι την ηρεμία»;

«Δεν ξέρω, δάσκαλε. Είμαι εδώ μόνος μου γιατί δεν αντέχω να είμαι με τους άλλους. Κουράστηκα να τους νουθετώ και να παίρνω αποφάσεις για δικά τους θέματα. Κουράστηκα να με ακούνε και να με ακολουθούν, όπου πηγαίνω. Κουράστηκα να παίρνω όλη την ευθύνη για εκείνους, είτε είναι το πλήρωμά μου, είτε είναι συντοπίτες, είτε είναι άνθρωποι που συναντώ στα ταξίδια μου, όλοι προστρέχουν σε εμένα για να ακουμπήσουν τα προβλήματά τους και να τους βοηθήσω να τα επιλύσουν. Μόνο η γυναίκα μου είναι αυτοδύναμη και διαπαιδαγωγεί τα παιδιά μου ώστε να είναι αυτόβουλα και εκείνα. Κουράστηκα πια και δεν μπορώ».

«Τότε οφείλεις στον Εαυτό σου να κάνεις ένα ταξίδι που να είναι μόνο δικό σου. Κανείς άλλος δεν θα συμμετέχει. Μόνο εσύ και ο Εαυτός σου. Έδωσες πολλά στους άλλους και οφείλεις να ανταποκριθείς στις ανάγκες που έχει ο Εαυτός σου, αλλιώς θα σε εγκαταλείψει και θα βυθιστείς σε μια μαύρη θάλασσα θλίψης και απραξίας».

«Ήθελα από καιρό να πάω στην Αίγυπτο, να δω εκεί τον θεϊκό Νείλο, τους ιερείς με τους περίεργους τρόπους, να δω τα αξιοθέατα και να συνομιλήσω με τους σοφούς τους για να μάθω από πού προέρχονται τα μυστήρια και οι δυνάμεις της Αιγύπτου».

«Γιατί δεν το κάνεις; Τι σε εμποδίζει»;

«Έχω πολλές δουλειές. Όταν ταξιδεύω πρέπει να φροντίζω το πλοίο και το πλήρωμά του. Όταν έρχομαι στην στεριά, συμμετέχω σε όλες τις εκδηλώσεις που κάνει η πόλη μας για να είμαι και εγώ ενεργός πολίτης. Και όταν έχω λίγο ελεύθερο χρόνο, τον αφιερώνω στα παιδιά μου. Η γυναίκα μου με βοηθάει σε όλα αυτά, αλλά χρειάζεται και εκείνη τον δικό της χρόνο. Πρέπει να πάει και εκείνη στο μαντείο, να απομονωθεί για λίγο, να βρεθεί με τον Εαυτό της και να δει τα χαρμόσυνα οράματά της. Δεν έχω χρόνο για δικά μου εκπαιδευτικά ταξίδια».

«Τότε δεν αγαπάς τον Εαυτό σου και όπως ξέρεις αυτό δυσαρεστεί πολύ τους θεούς μας. Γιατί πώς θα βρει ο άνθρωπος τον προορισμό του και τις δυνάμεις του, αν δεν κάνει κάτι που το θέλει ο ίδιος, αν δεν υπακούσει στην εσωτερική παρόρμηση που του λέει ότι πρέπει να βρεθεί στην Αίγυπτο και να μάθει τι υπάρχει πίσω από τα μυστήρια της εκεί μάγων. Αν συνεχίσεις αυτή την πορεία, τότε η μαύρη θλίψη θα σε καταλάβει, θα απλωθεί πάνω σου όπως απλώνονται στον ουρανό τα μαύρα σύννεφα της καταιγίδας και μετά δεν θα είσαι ο Όμηρος και δεν έχεις την διάθεση για να ζήσεις.

Η ζωή είναι μάθηση και η ζωή είναι γνώση και αν αυτό δεν το γνωρίζουμε, τότε πρέπει να το μάθουμε σύντομα».

Βυθίστηκε στις σκέψεις του ο Όμηρος και όταν ανάβλεψε, ο γέροντας είχε εξαφανιστεί. Σηκώθηκε για να κοιτάξει μήπως ήταν εκεί κοντά και τότε αναδύθηκε στο μυαλό του η εικόνα της Αθηνάς που ήταν όμορφη, φωτεινή, είχε και ένα πλατύ χαμόγελο όπως τον κοιτούσε. Τότε κατάλαβε ο Όμηρος ότι ο γέροντας μιλούσε εξ ονόματος της Αθηνάς.

Το ταξίδι για την Αίγυπτο διήρκεσε αρκετές μέρες. Δεν ήταν εύκολο γιατί έπρεπε να βγουν στο ανοικτό πέλαγος και να κατευθυνθούν νότια προς τον κόλπο της Σύρτης. Σε αυτό το ταξίδι ο Όμηρος ήταν ένας απλός ταξιδιώτης, κουβαλούσε μόνο τις αποσκευές του και το σπαθί του και για πρώτη φορά άφηνε την τύχη του στις αποφάσεις του καπετάνιου και του πληρώματος που ήταν όλοι έμπειροι ναυτικοί της Μιλήτου.

Του άρεσε πολύ αυτό το ταξίδι. Στο ανοικτό πέλαγος δελφίνια ακολουθούσαν το πλοίο. Θεώρησε πως ήταν καλός οιωνός.

Ένα απόσπασμα από το βιβλίο μου “Οι θαυμαστές περιπέτειες του Ομήρου”.