Ό Όμηρος ζήτησε να μείνει λίγες μέρες στο ιερό έως ότου εξαγνιστεί και του δείξουν οι θεοί ότι είναι έτοιμος να συνεχίσει τον δρόμο του όποιος και αν ήταν αυτός.
Ήταν ένα ωραίο ιερό, κτισμένο σε ένα ύψωμα με βαθύσκια πλατάνια και πηγές. Πέρα μακριά φαινόντουσαν τα παράλια της Μικράς Ασίας και στο βάθος τα νησιά του Αιγαίου πελάγους. Μπορούσες ήρεμα να ρεμβάσεις εκεί, χωρίς να σε αποσπά η ταραχή της θάλασσας ή ο μόχθος των ανθρώπων, η καθημερινή τους απόγνωση και ο ατελέσφορος βίος που ζούσαν ορισμένοι.
Πήγαινε ο Όμηρος εκεί και καθόταν σε ένα πέτρινο κάθισμα μόνος του για να κοιτάζει ήρεμα την ζωή από μακριά, χωρίς να συμμετέχει. Όταν ο άνθρωπος ρεμβάζει συστηματικά και έχει την σκέψη του προσηλωμένη στους θεούς, τότε έρχονται οι θεοί και τον συναντάνε. Είναι σαν να ανοίγει με την σμίλη του ένα ουράνιο μονοπάτι που συνδέει τον τόπο που είναι εκείνος με τον τόπο που είναι οι θεοί και σε εκείνο το μονοπάτι ανεβαίνει εκείνος αρκετά, τόσο όσο χρειάζεται για να συναντήσει τους θεούς που κατεβαίνουν.
Μια μέρα ήρθε και κάθισε δίπλα του ένας γέροντας, άγνωστος, δεν ήξερε από πού ήρθε ή τι έκανε εκεί. Έμοιαζε με τον Μέντορα, τον σοφό δάσκαλο του Αχιλλέα.
«Τι κάνεις εδώ πέρα μόνος σου Όμηρε; Τι απασχολεί τους λογισμούς σου; Γιατί χρειάζεσαι την ηρεμία»;
«Δεν ξέρω, δάσκαλε. Είμαι εδώ μόνος μου γιατί δεν αντέχω να είμαι με τους άλλους. Κουράστηκα να τους νουθετώ και να παίρνω αποφάσεις για δικά τους θέματα. Κουράστηκα να με ακούνε και να με ακολουθούν, όπου πηγαίνω. Κουράστηκα να παίρνω όλη την ευθύνη για εκείνους, είτε είναι το πλήρωμά μου, είτε είναι συντοπίτες, είτε είναι άνθρωποι που συναντώ στα ταξίδια μου, όλοι προστρέχουν σε εμένα για να ακουμπήσουν τα προβλήματά τους και να τους βοηθήσω να τα επιλύσουν. Μόνο η γυναίκα μου είναι αυτοδύναμη και διαπαιδαγωγεί τα παιδιά μου ώστε να είναι αυτόβουλα και εκείνα. Κουράστηκα πια και δεν μπορώ».
«Τότε οφείλεις στον Εαυτό σου να κάνεις ένα ταξίδι που να είναι μόνο δικό σου. Κανείς άλλος δεν θα συμμετέχει. Μόνο εσύ και ο Εαυτός σου. Έδωσες πολλά στους άλλους και οφείλεις να ανταποκριθείς στις ανάγκες που έχει ο Εαυτός σου, αλλιώς θα σε εγκαταλείψει και θα βυθιστείς σε μια μαύρη θάλασσα θλίψης και απραξίας».
«Ήθελα από καιρό να πάω στην Αίγυπτο, να δω εκεί τον θεϊκό Νείλο, τους ιερείς με τους περίεργους τρόπους, να δω τα αξιοθέατα και να συνομιλήσω με τους σοφούς τους για να μάθω από πού προέρχονται τα μυστήρια και οι δυνάμεις της Αιγύπτου».
«Γιατί δεν το κάνεις; Τι σε εμποδίζει»;
«Έχω πολλές δουλειές. Όταν ταξιδεύω πρέπει να φροντίζω το πλοίο και το πλήρωμά του. Όταν έρχομαι στην στεριά, συμμετέχω σε όλες τις εκδηλώσεις που κάνει η πόλη μας για να είμαι και εγώ ενεργός πολίτης. Και όταν έχω λίγο ελεύθερο χρόνο, τον αφιερώνω στα παιδιά μου. Η γυναίκα μου με βοηθάει σε όλα αυτά, αλλά χρειάζεται και εκείνη τον δικό της χρόνο. Πρέπει να πάει και εκείνη στο μαντείο, να απομονωθεί για λίγο, να βρεθεί με τον Εαυτό της και να δει τα χαρμόσυνα οράματά της. Δεν έχω χρόνο για δικά μου εκπαιδευτικά ταξίδια».
«Τότε δεν αγαπάς τον Εαυτό σου και όπως ξέρεις αυτό δυσαρεστεί πολύ τους θεούς μας. Γιατί πώς θα βρει ο άνθρωπος τον προορισμό του και τις δυνάμεις του, αν δεν κάνει κάτι που το θέλει ο ίδιος, αν δεν υπακούσει στην εσωτερική παρόρμηση που του λέει ότι πρέπει να βρεθεί στην Αίγυπτο και να μάθει τι υπάρχει πίσω από τα μυστήρια της εκεί μάγων. Αν συνεχίσεις αυτή την πορεία, τότε η μαύρη θλίψη θα σε καταλάβει, θα απλωθεί πάνω σου όπως απλώνονται στον ουρανό τα μαύρα σύννεφα της καταιγίδας και μετά δεν θα είσαι ο Όμηρος και δεν έχεις την διάθεση για να ζήσεις.
Η ζωή είναι μάθηση και η ζωή είναι γνώση και αν αυτό δεν το γνωρίζουμε, τότε πρέπει να το μάθουμε σύντομα».
Βυθίστηκε στις σκέψεις του ο Όμηρος και όταν ανάβλεψε, ο γέροντας είχε εξαφανιστεί. Σηκώθηκε για να κοιτάξει μήπως ήταν εκεί κοντά και τότε αναδύθηκε στο μυαλό του η εικόνα της Αθηνάς που ήταν όμορφη, φωτεινή, είχε και ένα πλατύ χαμόγελο όπως τον κοιτούσε. Τότε κατάλαβε ο Όμηρος ότι ο γέροντας μιλούσε εξ ονόματος της Αθηνάς.
Το ταξίδι για την Αίγυπτο διήρκεσε αρκετές μέρες. Δεν ήταν εύκολο γιατί έπρεπε να βγουν στο ανοικτό πέλαγος και να κατευθυνθούν νότια προς τον κόλπο της Σύρτης. Σε αυτό το ταξίδι ο Όμηρος ήταν ένας απλός ταξιδιώτης, κουβαλούσε μόνο τις αποσκευές του και το σπαθί του και για πρώτη φορά άφηνε την τύχη του στις αποφάσεις του καπετάνιου και του πληρώματος που ήταν όλοι έμπειροι ναυτικοί της Μιλήτου.
Του άρεσε πολύ αυτό το ταξίδι. Στο ανοικτό πέλαγος δελφίνια ακολουθούσαν το πλοίο. Θεώρησε πως ήταν καλός οιωνός.
Ένα απόσπασμα από το βιβλίο μου “Οι θαυμαστές περιπέτειες του Ομήρου”.



