Οι περιπέτειες του Περσέα

18

Ο άνθρωπος έχει αγάπη για τα ζώα. Θέλει να τα φροντίσει και αναγνωρίζει σε αυτά ένα στοιχείο που στην κοινωνία μας έχει εκλείψει, την αγάπη. Είναι ιδιόμορφη η αγάπη που μας δείχνουν τα ζώα, μπορεί και αυτή να στηρίζεται σε κάποιου είδους συμφέρον, όμως εκείνο που δείχνουν, αυτό υπάρχει. Δεν μας παραπλανούν.

Αναπολώντας την ενηλικίωση του Περσέα, του μεγάλου αρχετυπικού ήρωα των Ελλήνων, κατάλαβα ότι από μικρός θα είχε βρει τον τρόπο να εκδηλώνει την μεγάλη αγάπη που διακρίνει τους ήρωες των Ελλήνων προς όποιον αξίζει να έχει την φροντίδα και την προσοχή τους.

«Ο Περσέας υποδέχθηκε το σκυλί και ασχολήθηκε αμέσως να το θεραπεύσει. Του έδωσε τροφή και νερό και προσπάθησε να το χαϊδέψει για να το ανακουφίσει ακόμα παραπάνω. Όμως, στην αρχή το σκυλί δεν ήταν δεκτικό στα χάδια, η συμπεριφορά των ανθρώπων το είχε τρομάξει. Είχε ένα αυτί κομμένο από κάποιο μαχαίρι, το τρίχωμά του ήταν θαμπό από την αδυναμία και παλιές πληγές διακρινόντουσαν πάνω στο δικό του σώμα.

Όμως, σιγά σιγά, κατάφερε ο Περσέας να το δυναμώσει, να επουλωθούν τις πληγές του και ξαφνικά μια μέρα ξύπνησε και είδε δίπλα του σκύλο, σωστό θηρίο, με στιλπνό τρίχωμα και υγρή μουσούδα. Χάρηκε ο Περσέας. Ο σκύλος ήταν το πρώτο πλάσμα που είχε κατορθώσει να βοηθήσει αποκλειστικά με τις δικές του δυνάμεις και χωρίς να στηριχθεί σε κανέναν άλλον. Είναι ένα στοιχείο ενηλικίωσης και αυτό. Όταν ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται ότι μπορεί να βοηθήσει τον άλλον, με τις δικές του δυνάμεις και την αγάπη που μπορεί να δείξει, τότε έχει κάνει ένα βήμα προς την ενηλικίωσή του.

Ο Περσέας με τον σκύλο συντροφιά του, άρχισε να εξερευνά για πρώτη φορά το νησί. Κινήθηκε στην αρχή γύρω από τον μικρό οικισμό των ψαράδων, κοντά στον οποίο είχε μεγαλώσει και τα είδε όλα από την αρχή. Τα δίκτυα, τις μικρές βάρκες, τις άτεχνες καλύβες τους, τον καπνό από τις εστίες, τον μικρό φράκτη γύρω από το χωριό τους και την θάλασσα μακριά που τους έδινε την τροφή τους. Γρήγορα βαρέθηκε και άρχισε να απομακρύνεται, αναζητώντας κάτι να του ξυπνήσει το ενδιαφέρον.

Μια μέρα αφού περπάτησε πολύ και απομακρύνθηκε από τον οικισμό του, είδε κάτι από μακριά που έμοιαζε ενδιαφέρον. Ήταν μια αρκετά μεγάλη πόλη, με ένα γερό λιμάνι, πετρόκτιστα σπίτια και μια μεγάλη πλατεία όπου νεαροί άνδρες έκαναν ασκήσεις με όπλα που ο Περσέας θαύμασε. Είχαν σπαθιά, μεγάλες ασπίδες, τόξα και βέλη, μακριά δόρατα και γερές περικεφαλαίες.

Ο Περσέας έμεινε ώρα πολλή να τους κοιτάζει, χωμένος μέσα στο πλήθος και ανακάλυψε ότι κάτι μέσα του, μια ιδιαίτερη ορμή τον έσπρωχνε να μάθει και αυτός τα όπλα. Παραξενεύτηκε γιατί τέτοιο ενδιαφέρον δεν είχε μέχρι στιγμής εκδηλώσει. Πήρε τον Άργο, και έφυγαν από εκεί. Δεν είπε σε κανέναν για την εμπειρία του αυτή και το πάθος για την μάχη που ξύπνησε στα σωθικά του η θέα των όπλων.

Την επόμενη μέρα έφυγε πάλι με το σκυλί και επέστρεψε στην πλατεία. ‘Ηθελε ξανά να δει τους άντρες με τα όπλα και ένοιωσε πάλι ότι θέλει και αυτός να πολεμήσει και να νικήσει.

Την τρίτη μέρα το πρωί, πριν ξεκινήσει είπε στην μάνα του: «Πηγαίνω σε μια μεγάλη πόλη για να δω τους άντρες με τα όπλα. Μου αρέσουν οι κινήσεις τους και ξέρω ότι πρέπει να ετοιμάζομαι και εγώ για μάχη». Δεν είπε τίποτα άλλο και έφυγε.

Ήταν πάντα λιγόλογο παιδί και μετρημένο».