Σε αυτό το κείμενο η μυθολογία δεν αντιμετωπίζεται ως αφήγηση του παρελθόντος, αλλά ως ζωντανός τόπος σκέψης. Οι άθλοι, οι θεοί και οι ήρωες διαβάζονται ξανά ως φιλοσοφικές δοκιμασίες του ανθρώπου, όπου η δύναμη, η εξουσία, η υπομονή και η ελευθερία αποκτούν σύγχρονο νόημα.
Κάθε κείμενο αποτελεί μια προσπάθεια να μεταφερθεί ο μύθος από το πεδίο της πράξης στο πεδίο του στοχασμού, εκεί όπου ο Ηρακλής δεν είναι μόνο ήρωας, αλλά άνθρωπος που μαθαίνει να περιμένει, να αντέχει και να σέβεται τα όρια της δύναμής του. Γιατί οι αληθινοί άθλοι, τότε και τώρα, δεν κερδίζονται με βία αλλά με σκέψη.
«Όταν ο Ηρακλής έφθασε στο παλάτι του Ευρυσθέα διαπίστωσε ότι είχαν προηγηθεί τα νέα. Τότε κατάλαβε ότι κάτι καινούριο μηχανεύεται ο Ευρυσθέας και οχυρώθηκε νοητικά για να τον αντιμετωπίσει.
Ο Ευρυσθέας εμφανίστηκε με όλες τις τιμές του αξιώματός του. Τον ακολουθούσε ολόκληρη συνοδεία, τον μετέφερε μια άμαξα με δύο ίππους, έναν λευκό και έναν μαύρο, κατέβηκε με μεγαλοπρέπεια από την άμαξά του και κατάφερε να μην πεδικλωθεί στα μεγάλα για το μέγεθός του και πολυτελή ενδύματά του.
Ο Ευρυσθέας ήταν μια καρικατούρα, άσχημος, μισερός, ισχνός στην όψη, μαυριδερός και με ένα μολυσματικό βλέμμα που όταν έπεφτε πάνω σου έλεγες, αυτός είναι έτοιμος να με σκοτώσει και ένοιωθες το προαιώνιο ρίγος που νοιώθει ο άνθρωπος στην ραχοκοκαλιά όταν τον πλησιάζει το Φίδι.
Ο Ηρακλής δεν καταλάβαινε αυτούς τους φόβους, αυτός έβλεπε τον Ευρυσθέα και ήθελε μια ώρα συντομότερα να τελειώσει, να φύγει από κοντά του, τον σιχαινόταν
Ο Ευρυσθέας δεν κοιμήθηκε ένα βράδυ, βασάνιζε το μοχθηρό μυαλό του για να σκεφθεί τρόπους να εξοντώσει τον ήρωά μας.
Πολλές άσκημες σκέψεις κλωθογύρισαν στο μυαλό του και λίγο πριν ξημερώσει το σκοτεινό σχέδιο είχε σχηματιστεί.
Ο Ηρακλής, έλεγε αυτό το σχέδιο, είναι μεγάλος ήρωας, δεν χρειάζεται να το πει κανείς. Το βλέπουν όλοι, διαθέτει ισχυρές σωματικές και πνευματικές δυνάμεις, μια ακλόνητη θέληση για να επιβιώσει και μια αταλάντευτη πίστη ότι θα κάνει τα δικά του έργα. Όλα αυτά τα διαπιστώσαμε. Έχει όμως υπομονή, αντοχή και κουράγιο, τις κατώτερες ψυχικές δυνάμεις που είναι απαραίτητες για τον μόχθο του βίου; Θα του βάλουμε έναν άθλο που θα τον κάνει να δοκιμαστεί άγρια και να τα παρατήσει. Να εγκαταλείψει τον Εαυτό του και ο Δίας να τον εγκαταλείψει. Τότε χωρίς τον ισχυρό θεό στο πλευρό του, θα μείνει λειψός και μόνος, θα περιφέρεται ένα ράκος δύναμης και ισχύος και οι άνθρωποι θα τον περιφρονούν. Τότε και εκείνοι θα εξασθενήσουν γιατί θα χάσουν τον ήρωα που περίμεναν να τους δώσει τα πρότυπά τους. Μη έχοντας πρότυπα θα ακολουθούν εμένα. Θα τους κάνω δυστυχείς και λιπόψυχους. Θα αγωνίζονται όλη μέρα για την επιβίωσή τους και πνευματικός άθλος δεν θα περάσει από το μυαλό τους ότι μπορεί να κάνουν. Τότε θα με λατρεύουν ως θεό, θα λατρεύουν και το είδωλό μου και θα μείνω εγώ αθάνατος και πρότυπο στην ζωή τους.
Θα υποχρεώσω τον Ηρακλή να συλλάβει ζωντανή την μυθική ελαφίνα της θεάς Άρτεμης. Δεν ξέρω αν υπάρχει αυτό το ζώο. Όμως οι πληβείο εδώ γύρω πιστεύουν στην ύπαρξή του.
Πιστεύουν ότι υπάρχει στα δάση και κυκλοφορεί ένα υπέροχο ζώο, με τεράστια κέρατα, ολόχρυσα άκρα και την τρομερή δύναμη να αντιστέκεται στους ανθρώπους που θέλουν να το συλλάβουν.
Κοντά σε αυτό το ζώο ακούγεται η φωνή της Άρτεμης, διακρίνεται η σκιά της και όπου ακουμπάει η οπλή του ένα καινούριο δέντρο γεννιέται και αναγεννάται το δάσος.
Άκουσε ο Ηρακλής τον άθλο, που ήταν να πιάσει ζωντανό το ελάφι και να το φέρει στον Ευρυσθέα και αυτή την φορά δεν ταράχθηκε καθόλου. Είπε, θα πάω στην Πυθία και εκεί θα δούμε τι θα κάνω.
Θαυμάσια ιδέα, είπε στον Ευρυσθέα. Οι πραγματικοί ήρωες δεν παραπονούνται, ιδίως αν ξέρουν ότι ο θεός τους έδωσε έναν εχθρό τόσο σκοτεινό όσο λαμπεροί είναι εκείνοι, καταλαβαίνουν ότι πρέπει να κάνουν υπομονή μέχρι να τελειώσει το μαρτύριό τους και το τέλος το αποφασίζουν οι θεοί και όχι εκείνοι.
Την τρίτη φορά που ο Ηρακλής πήγε στο Μαντείο, η πύλη ήταν ανοικτή, έλειπαν και τα θηρία, έτσι πήγε ήρεμα στα καταλύματά του που τα γνώριζε πια πολύ καλά, αφού πια θεωρούσε το Μαντείο δικό του σπίτι.
Την άλλη μέρα είδε την Πυθία και κάθισαν να μιλήσουν.
«Το Ελάφι δεν είναι δικό σου Ηρακλή, για να αποφασίσεις εσύ τι θα γίνει. Δεν είναι ούτε του Ευρυσθέα.
Είναι το ζώο το αγαπημένο της θεάς μας, που μόνο εκείνη ξέρει τι θα το κάνει.
Εμείς στους Δελφούς την αγαπάμε την Άρτεμη, είναι η αδερφή του Απόλλωνα, η κυνηγός που βγαίνει τις νύχτες και ημερώνει τα λιοντάρια, τους άγριους πάνθηρες και τις λεοπαρδάλεις, να τις βρούμε εμείς ήρεμες όταν ξημερώσει και να μπορούμε να βγαίνουμε στο δάσος, χωρίς τον κίνδυνο να μας κατασπαράξουν τα άγρια ζώα.
Όπου υπάρχει η Άρτεμη, τα μεγάλα ζώα, οι άγριοι θηρευτές είναι πιο ήρεμοι, πιο συγκαταβατικοί με τους ανθρώπους, μας αφήνουν και εμάς να επιβιώσουμε σαν να είμαστε ένα μικρό ακίνδυνο είδος, σαν το κουνελάκι, ή το ελάφι, που χρειάζεται και αυτό στο δάσος και δεν χρειάζεται να το εξοντώσουν.
Οι μεγάλοι θηρευτές που η Άρτεμη αγαπάει, ζουν εδώ γύρω στο Μαντείο. Είναι μια προστασία αυτή που οι θεοί μας έχουν δώσει, για να μην πλησιάζουν κοντά μας οι άνθρωποι που θέλουν να μας εξοντώσουν. Αυτούς θα τους κατασπαράξουν τα θηρία, εμάς θα μας λυπηθούν και θα αφήσουν να ζήσουμε κοντά τους.
Όπως γνωρίζεις πολύ καλά Ηρακλή, είσαι αγαπημένος του Διός, η Ήρα συμμετέχει πάντα ενεργά στην εκπαίδευσή σου, όμως η Άρτεμη είναι και αυτή θεά και έχει τον δικό της λόγο, οι δικοί μας θεοί δεν πειθαρχούν στις εντολές των ανωτέρων αλλά φροντίζουν πάντα να είναι σε επικοινωνία μεταξύ τους και να συναποφασίζουν.
Ζήτησε λοιπόν εσύ την γνώμη της Άρτεμης για το θρυλικό της ελάφι και οι θεοί θα μαζευτούν και θα συναποφασίσουν τι θα γίνει με την περίπτωσή σου».



