Το Ελάφι της Άρτεμης: Ο άθλος ως στοχασμός και συναίνεση

20

Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε που ο Ηρακλής, ο μυθικός ήρωας των Ελλήνων έκανε τους δικούς του άθλους στα δάση της Ελλάδας. Οι άνθρωποι τον ακολούθησαν για να κάνουν και εκείνοι τους δικούς του άθλους και κυρίως για να αποκτήσουν την αισιοδοξία που συνοδεύει κάθε άνθρωπο που δεν τρομάζει μπροστά στις δυστυχίες, ούτε απογοητεύεται μπροστά στις δυσκολίες.

Πέρασαν τα χρόνια, κύλησαν οι αιώνες και ίσως σήμερα να ήρθε πάλι ο καιρός για να αναπολήσουμε τους παλιούς μας άθλους, τότε που ήμασταν άνθρωποι με τόλμη και αφοβία.

Στους αρχαίους αιώνες οι άνθρωποι είχαν τους ήρωες και τους ακολουθούσαν, εμείς σήμερα έχουμε την σκέψη μας, όταν η σκέψη μας είναι δυνατή και ωραία, τότε τίποτα δεν μπορεί να μας φοβίσει.

Αναπολώντας τον Ηρακλή και τους ανθρώπους που τον ακολουθούσαν, έδωσα την δική μου εκδοχή για το Ελάφι της θεάς Άρτεμης, όπως εμείς θα μπορούσαμε να κατανοήσουμε αυτόν τον άθλο.

«Το Ελάφι δεν είναι δικό σου Ηρακλή, για να αποφασίσεις εσύ τι θα γίνει. Δεν είναι ούτε του Ευρυσθέα.

Είναι το ζώο το αγαπημένο της θεάς μας, που μόνο εκείνη ξέρει τι θα το κάνει.

Εμείς στους Δελφούς την αγαπάμε την Άρτεμη, είναι η αδερφή του Απόλλωνα, η κυνηγός που βγαίνει τις νύχτες και ημερώνει τα λιοντάρια, τους άγριους πάνθηρες και τις λεοπαρδάλεις, να τις βρούμε εμείς ήρεμες όταν ξημερώσει και να μπορούμε να βγαίνουμε στο δάσος, χωρίς τον κίνδυνο να μας κατασπαράξουν τα άγρια ζώα.

Όπου υπάρχει η Άρτεμη, τα μεγάλα ζώα, οι άγριοι θηρευτές είναι πιο ήρεμοι, πιο συγκαταβατικοί με τους ανθρώπους, μας αφήνουν και εμάς να επιβιώσουμε σαν να είμαστε ένα μικρό ακίνδυνο είδος, σαν το κουνελάκι, ή το ελάφι, που χρειάζεται και αυτό στο δάσος και δεν χρειάζεται να το εξοντώσουν.

Οι μεγάλοι θηρευτές που η Άρτεμη αγαπάει, ζουν εδώ γύρω στο Μαντείο. Είναι μια προστασία αυτή που οι θεοί μας έχουν δώσει, για να μην πλησιάζουν κοντά μας οι άνθρωποι που θέλουν να μας εξοντώσουν. Αυτούς θα τους κατασπαράξουν τα θηρία, εμάς θα μας λυπηθούν και θα αφήσουν να ζήσουμε κοντά τους.

Όπως γνωρίζεις πολύ καλά Ηρακλή, είσαι αγαπημένος του Διός, η Ήρα συμμετέχει πάντα ενεργά στην εκπαίδευσή σου, όμως η Άρτεμη είναι και αυτή θεά και έχει τον δικό της λόγο, οι δικοί μας θεοί δεν πειθαρχούν στις εντολές των ανωτέρων αλλά φροντίζουν πάντα να είναι σε επικοινωνία μεταξύ τους και να συναποφασίζουν.

Ζήτησε λοιπόν εσύ την γνώμη της Άρτεμης για το θρυλικό της ελάφι και οι θεοί θα μαζευτούν και θα συναποφασίσουν τι θα γίνει με την περίπτωσή σου».

Του άρεσε πολύ του Ηρακλή αυτή η λύση. Αυτός ήταν καλό παιδί και δεν ήθελε να παραβιάζει την βούληση των θεών.

Τι καλύτερο από ένα συμβούλιο των θεών, σκέφθηκε. Θα μαζευτούν οι θεοί και θα αποφασίσουν τι είναι καλύτερο για το ελάφι, για μένα, για τον λαό μας και όλους όσοι θα ακολουθήσουν εμάς και τα πρότυπα τα δικά μας.

Με αυτή την σκέψη αποσύρθηκε ο Ηρακλής για να κοιμηθεί και να ξυπνήσει την άλλη μέρα, βέβαιος ότι θα δει την Άρτεμη στο όνειρό του για να του εξηγήσει τι θα γίνει με το δικό της ελάφι.

Την πρώτη νύχτα δεν ήρθε η Άρτεμη στο όνειρό του. Φαίνεται ότι θα γίνεται ακόμα το συμβούλιο των θεών, σκέφθηκε ο Ηρακλής και δεν έχουν αποφασίσει ακόμα τι θα γίνει.

Έτσι τριγύρισε ευχαριστημένος στα δάση των Δελφών, σίγουρος ότι είχε κάνει, ό,τι έπρεπε να γίνει. Εκεί συνάντησε πολλά ελάφια, ήρεμα τον κοίταζαν μέσα από τους θάμνους, φαίνεται ότι είχαν συνηθίσει στην παρουσία των ανθρώπων και δεν αισθανόντουσαν κίνδυνο να πλησιάζει.

Την δεύτερη νύχτα δεν ήρθε η Άρτεμης στο όνειρό του. Τότε ανησύχησε ο Ηρακλής, οι θεοί δεν αργούν να αποφασίσουν σκέφθηκε. Και τότε κατάλαβε ότι πρέπει να στοχαστεί και αυτός τον άθλο, από την πλευρά του.

Κάθισε λοιπόν σε έναν πλάτανο σκιερό, δίπλα από την Κασταλία και εκεί δίπλα στο κελάρυσμα της ψυχής και το θρόισμα του δάσους, άρχισε να στοχάζεται τον δικό του άθλο.

Πώς να κυνηγήσω το ελάφι; Είναι ένα ζώο θεϊκό που έχει της θεάς Άρτεμης την ορμή, πετάει σαν τον άνεμο, διασχίζει αθόρυβα τα δάση και λίγο το βλέπεις, σαν μια σκιά που με τον άνεμο κινείται.

Δεν θέλω και να το τραυματίσω, γιατί την οργή της θεάς Άρτεμης, της μεγάλης Κυνηγού που είναι κόρη Διός και αδελφή του ισχυρού Απόλλωνα, ποιος θέλει να προκαλέσει;

Επομένως πρέπει να βρω έναν τρόπο να αιχμαλωτίσω το ελάφι, χωρίς να το τραυματίσω ή την θεά Άρτεμη να την θυμώσω.

Ήσυχα έπεσε στην σκιά και άρχισε να ονειρεύεται τον δικό του άθλο. Είδε τον εαυτό του μέσα στο δάσος να βλέπει ένα τεράστιο ελάφι, όμορφο, λαμπερό, πανέμορφο σαν τον ήλιο, να τον κοιτάζει με τα βελούδινα μάτια του και φόβος εκεί μέσα να μην υπάρχει.

Ένοιωσε το θρόισμα του δάσους και τότε κατάλαβε ότι δεν ήταν ένα από τα δάση της δικής του χώρας, μια ενόραση τον έκανε να καταλάβει ότι το δάσος αυτό ήταν στον Βορρά και τον βορρά έπρεπε να ακολουθήσει.

Ένοιωσε τον εαυτό του ξανά και τότε αισθάνθηκε την Άρτεμη να βρίσκεται κοντά του, λίγο πιο πίσω από τα δεξί του χέρι. Ένοιωσε και την Πυθία να παρακολουθεί από απόσταση και τότε ένας λαμπρός ήλιος έριξε τις ακτίνες του μέσα από τον θόλο του δάσους και σε μια στιγμή ο Ηρακλής κατάλαβε τι πρέπει να κάνει.

Όταν συνήλθε από τον στοχασμό του κατάλαβε ότι πρέπει να ακολουθήσει το ελάφι που θα του στείλει η θεά, να τρέχει πίσω του, να ιχνηλατεί, να υπομένει καρτερικά την αναμονή, να κινείται συνεχώς και να σταματάει μόνο όταν ο πόνος και η κούραση τον καταβάλει και το σώμα του ζητάει λίγες ανέσεις. Τότε, σε κάποια στιγμή, σε κάποιο δάσος του Βορρά η θεά θα θελήσει να σταματήσει το ελάφι και να το αιχμαλωτίσει.

Ήταν ένα πολύ αισιόδοξο σχέδιο, όμως μόνο τέτοια σχέδια ήξερε ο Ηρακλής να κάνει».

Από το βιβλίο μου Οι περιπέτειες του Ηρακλή στον σύγχρονο κόσμο