Όταν αναπολούσα τις περιπέτειες του Ομήρου, που κάποια μέρα θα γινόταν ο μεγάλος ποιητής και δάσκαλός μας, κατάλαβα ότι πολλά από αυτά που συμβαίνουν σήμερα, δεν είναι πρωτόγνωρα, γιατί ο άνθρωπος δεν είναι πρωτόγνωρος.
Όσα έχουν συμβεί στο παρελθόν θα επαναληφθούν, γιατί είναι μνήμες και οι μνήμες δίνουν γνώση. Ο άνθρωπος είναι φορέας του μέλλοντός του και δημιουργός.
«Ο λοιμός ήρθε στην πόλη μια μέρα που ένα καράβι από την Αίγυπτο ξεφόρτωνε το βαρύ του φορτίο στην προβλήτα. Λένε ότι δέκα ναυτικοί πέθαναν σε αυτό το καράβι και αν ο έμπορος δεν ήταν τόσο παραδόπιστος, θα είχε φύγει ή θα είχε μείνει στα ανοιχτά χωρίς να πλησιάσει στο λιμάνι. Όμως ήρθαν και μέσα σε λίγες μέρες ο λοιμός άρχισε να διασκορπίζεται στην πόλη.
Τότε ο Όμηρος έλειπε σε ένα από τα μακρινά του ταξίδια ονειρευόταν καθιστός στην πρύμνη και ρέμβαζε στην πλώρη. Μια ανησυχία τον διακατείχε αναίτια και αυτό ήταν προμήνυμα ότι ίσως κάτι κακό συνέβαινε στην πόλη του, ίσως κάτι κακό συνέβαινε στην οικογένειά του. Όπως έκανε πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις έβγαλε το λυχνάρι του τοποθέτησε σε αυτό ακριβό θυμίαμα και μέσα στα αρώματα του θυμιάματος προσευχήθηκε τρεις ώρες. Έταξε στους θεούς ό,τι είχε και δεν είχε προκειμένου να κρατήσουν ασφαλή την πόλη και την οικογένειά του. Κυρίως τους υποσχέθηκε πως αν όλα πάνε καλά και το θέλουν εκείνοι, θα καθίσει με προσοχή να καταγράψει τα οράματα που του δίνουν, να τα δουν και άλλοι άνθρωποι μέσα από τα δικά του μάτια και να φωτιστούν και εκείνοι.
Η Θέτις μόλις πληροφορήθηκε ότι υπάρχει λοιμός στην πόλη, έδρασε αμέσως. Μάζεψε τα παιδιά της και τους είπε να περιοριστούν στο σπίτι και την αγροικία. Νερό να πίνουν μόνο από τις καθαρές πηγές και να το βράζουν καλά πριν να το καταναλώσουν. Να έχουν τα χέρια τους καθαρά και να απλώνουν κάθε μέρα τα ρούχα και τα στρωσίδια τους σε σχοινιά στον ήλιο και στον καθαρό αέρα.
Καθάρισαν καλά όλο το σπίτι και έπλυναν το κατώφλι με πυκνό ξύδι. Άναψαν τα θυμιάματα στους λύχνους να καίνε όλη μέρα και είπαν στον Αχιλλέα ότι δεν θα ξαναδεί τον Μέντορα και την Σχολή του, μέχρι να περάσει η αρρώστια.
Ο Αχιλλέας αποδέχθηκε τα νέα με αξιοσημείωτη ψυχραιμία. «Μην φοβάσαι μητέρα, θα ζήσουμε. Θα είμαστε καλά και θα είμαστε όλοι μαζί όταν γυρίσει ο πατέρας. Το έχω δει στον ύπνο μου και ήξερα ότι θα έρθει αυτή η μέρα που η πόλη μας θα κινδυνεύσει. Η πόλη μας θα σωθεί και ο Μέντορας θα σωθεί και η σχολή μου το ίδιο. Πρέπει να δείξουμε δύναμη, υπομονή και αντοχή. Όλα καλά θα πάνε».
Τότε έμαθε ο Αχιλλέας την αξία της υπομονής που αναπτύσσει ο άνθρωπος όταν δεν έχει κάτι άλλο να κάνει. Η υπομονή δεν τον κατέβαλε, αντίθετα του έδωσε περισσότερο θάρρος γιατί ανακάλυψε ακόμα περισσότερο την αξία της συντροφιάς που είχε με τον εαυτό του και την εμπλούτιζε κάθε μέρα.
Φρόντιζε πάντα να είναι απασχολημένος. Βοηθούσε την Θέτιδα και τις αδελφές σε όλες τις δουλειές της αγροικίας και όταν τελείωνε τον καθημερινό μόχθο, έφευγε σε μακρινούς περιπάτους με το σκυλί του.
Σε έναν από αυτούς τους περιπάτους νόμισε ότι είδε με την άκρη του ματιού του την θεά Αθηνά να τον παρατηρεί από το ύψωμα ενός μικρού λόφου, όταν όμως έστρεψε να την κοιτάξει, εκείνη δεν ήταν πια εκεί.
Τότε κατάλαβε ότι οι θεοί ήταν μαζί του, για αυτό και ένοιωθε αυτή την αφύσικη ηρεμία, ενώ μεγάλος κίνδυνος τους απειλούσε όλους και εκείνος δεν μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο από το να βρίσκεται κλεισμένος στην αγροικία και να βοηθάει στις εργασίες.
Κατάλαβε, πράγμα που τον καθησύχασε πολύ, ότι οι θεοί είναι μαζί σου, επειδή είσαι αυτός που είσαι και τους τιμάς με την ζωή σου. Οι θεοί δεν βρίσκονται εκεί που λάμπει ο χρυσός αλλά εκεί που η ψυχή του ανθρώπου φωτίζει τα σκοτάδια».



